Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Πόθοι στα ανατολίτικα ξενυχτάδικα


Διάλειμμα στην αυτοβιογραφική διαδρομή. Ας χαλαρώσουμε όπως στη ζωγραφιά η κοπελλίτσα, η οποία θα διανυκτερεύει (έτσι δεν θα έλεγε ο φίλος μου Τόλης;) όλο το Σαββατοκύριακο!!!

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ειδοποίηση για ένα μεγάλο κιβώτιο με τρόφιμα που μας έστειλε ο θείος Χρήστος από την Αμερική αμέσως μετά τη Γερμανική Κατοχή

Cheque του θείου Χρήστου στον παππού Νικόλα

Μνήμη θείου Χρήστου


Λαθρομετανάστης από το Τσανάκ Καλέ στην Αμερική (ΗΠΑ), αρχές πρώτης δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, για να μην υπηρετήσει στον Τούρκικο στρατό. Πρόκοψε και ήταν στήριγμα της οικογένειας (γονιών και αδελφάδων του) μέχρι που άφησε τα εγκόσμια τέλος δεκαετίας 1970.

Όταν φιλεξενούμασταν στο σπίτι του Μπάρμπα Γιάννη και της θείας Θεοδίτσας κατά τον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο


Στό πίσω μέρος της φωτογραφίας η μητέρα γράφει: "Θεσ/νίκη τη 3-1-41 στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο. Ο Γιάννης βρίσκετο στην Αλβανία"

Μνήμη Μπάρμπα Γιάννη και θείας Θεοδίτσας

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξεως Γεννήσεως


Η Πηνελόπη Δέλτα απέκτησε από τον γάμο της με τον Στέφανο Δέλτα τρεις κόρες: Τη Σοφία, μετέπειτα Μαυρογορδάτου, τη Βιργινία, μετέπειτα Ζάννα και την Αλεξάνδρα. Η Βιργινία απέκτησε μία κόρη, τη Λένα, μετέπειτα Σαμαρά, η οποία είναι μητέρα του πολιτικού Αντώνη Σαμαρά. Το 1938, η Σοφία Μαυρογορδάτου ήταν πρόεδρος της ΧΕΝ Θεσσαλονίκης , όπου ο πατέρας εργαζόταν ως μάγειρας, και με βάφτισε στις 16.10.1938.

Το άγαλμα του Παύλου Μελά στην Πλατεία Λευκού Πύργου

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Έλληνες στρατιώτες στην Αλβανία εν αναμονή του εχθρού (1940-41)


Επίκαιρη μνήμη (Φωτογραφία από την "Καθημερινή" 24.10.2009)


(για να απολαύσετε το βίντεο πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά)

Ταχυδρομικό Δελτάριο που μας έστειλε ο πατέρας από την Αλβανία (1940-41)



(για να απολαύσετε το βίντεο πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά)

Επιστολικό Δελτάριο που μας έστειλε ο πατέρας από την Αλβανία (1940-41)


Κάρτα που μου έστειλε ο πατέρας από την Αλβανία (1940-41)


Η ταυτότητα του πατέρα όταν υπηρετούσε στο Γι Πεδινό Χειρουργείο στην Αλβανία (1940-41)


Ο πατέρας μάγειρας στο Γι Πεδινό Χειρουργείο στην Αλβανία (1940-41)


Όταν επιστρατεύτηκε το 1940, για να ξεφύγει από την κλεισούρα της κουζίνας, δεν δήλωσε επάγγελμα "μάγειρας" αλλά "γεωργός". Όμως ένα τυχαίο γεγονός τον πρόδωσε. Σε μια διακοπή της μάχης ένας συνάδελφος σκότωσε έναν καλοθρεμμένο λαγό και τον έφερε πεσκέσι στον λοχαγό τους. "Κρίμα", λέει ο λοχαγός, "να μην ξέρουμε να τον μαγειρέψουμε". "Θα προσπαθήσω εγώ κύριε Λοχαγέ", λέει ο πατέρας. " Για να δούμε γεωργέ τί μπορείς να κάνεις". Με αγριοκρέμμυδα και άλλα πρόχειρα υλικά τους έκανε ένα στιφάδο πρώτης τάξεως. "Και πού ξέρεις εσύ γεωργέ να μαγειρεύεις τόσο καλά;", τον ρωτάει ο λοχαγός. Έτσι αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι είναι μάγειρας και την άλλη στιγμή τον μετακίνησαν στο Γι Πεδινό Χειρουργείο όπου ανέλαβε την κουζίνα μέσα σε πολύ άθλιες συνθήκες, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία (Ο πατέρας προτελευταίος δεξιά).

Ο πατέρας κληρωτός (1931)


Οι τότε δυνάμεις ορεινών καταδρομών (ΛΟΚ)...

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Ο πατέρας στην παλιά παραλία Θεσσαλονίκης (1927)


Ήρθε 17 χρονών από το Στένωμα Καρπενησίου στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από προτροπή ευκατάστατου εδώ συγχωριανού του, ο οποίος τον άφησε τελικά στην τύχη του. Παρά το γεγονός ότι ήταν απόφοιτος Σχολαρχείου, σημαντικό προσόν για την εποχή, δεν έβρισκε δουλειά. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων άρχισε να παλεύει για τον επιούσιο πλένοντας πιάτα σε εστιατόρια. Δεν το έβαλε όμως κάτω. Στη συνέχεια βοηθός σερβιτόρου, βοηθός μαγείρου και εξελίχθηκε σε αρχιμάγειρο. Εργάστηκε στα μεγάλα εστιατόρια "Όλυμπος Νάουσα", "Μεντιτεραννέ", "Στρατής", "Ρέμβη" και άλλα, με ενδιάμεσους σταθμούς στη Φοιτητική Εστία, στη ΧΕΝ και, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, στο Εγγλέζικο εντευκτήριο NAAFI, που βρίσκονταν σε ένα νεοκλασικό δίπλα στη σημερινή Σχολή Τυφλών.

Έφυγε πολύ νωρίς, το 1962, στα 52 του...


Σύμπτωση:

Όταν είδε τη φωτογραφία ο αγαπητός φίλος Γιάννης Βανίδης, μου έστειλε μία του πατέρα του βγαλμένη την ίδια χρονική περίοδο στο ίδιο σημείο. Προφανώς από τον ίδιο πλανόδιο φωτογράφο, που ήταν μόνιμα στημένος στο χαρακτηριστικό αυτό σημείο της πόλης και έπειθε τους επαρχιώτες να φωτογραφηθούν για να στείλουν έτσι τα χαιρετίσματά τους στο χωριό.

Η πρόσοψη του εστιατορίου "ΟΛΥΜΠΟΣ ΝΑΟΥΣΑ"


Άρθρο στο περιοδικό "Επιλογές", τεύχ.274, 20.05.2001 με τίτλο: "ΟΛΥΜΠΟΣ ΝΑΟΥΣΑ, 71 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ"


Δελτίο ελευθέρας εισόδου του πατέρα στη 10η ΔΕΘ (1935)


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Tοπίο από την Καψόχωρα Χαλκιδικής


Ένα τοπίο, για να ηρεμήσουν οι πόθοι και τα πάθη!

(Τέμπερα 1976, 34Χ44 εκ.)

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Πόθοι στα γήπεδα Tennis


Αυτή είναι η δεύτερη ζωγραφιά που θα εκτεθεί στη μεγάλη ομαδική έκθεση που διοργανώνει το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος τέλος του χρόνου στην Τεχνόπολη στο Γκάζι με τίτλο: "Η Ανθρώπινη Μορφή στην Τέχνη".

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Το Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο)


Ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στην πόλη από τη θάλασσα. Πάμε τώρα στο πιο ψηλό σημείο της Πάνω Πόλης το ιστορικό Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο), από το οποίο έχω προσωπικά βιώματα, όπως περιγράφονται στο πιο κάτω μικρό πεζό κείμενο.


Μικρό ανέκδοτο πεζό κείμενο



(για να απολαύσετε το βίντεο πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά)

Προς Επταπύργιον

Ήταν το πιο συχνό κυριακάτικο οδοιπορικό. Ανηφορίζαμε την Καυτανζόγλου μέχρι το ομώνυμο στάδιο με πρώτη ολιγόλεπτη στάση τα σκαλιά της ταβέρνας «Λαδά», το πάλαι ποτέ κόκκινο σπίτι, τόπο εκτελέσεων. Πανώρια μέχρι σήμερα τα τρία γέρικα κυπαρίσσια, παρά τα σφηνωμένα στους κόρφους τους βλήματα από τα γερμανικά πολυβόλα, που θέριζαν πατριώτες. Γύρω σκορπισμένα γυαλιά, πρόσφατα σπασμένα ουζο-μπούκαλα κάποιας παρέας που τό ’δωσε και κατάλαβε στη σκιά τους. Σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μήτρα σωστή, απέναντι ο μυχός Θερμαϊκού από Μεγάλο Καράμπουρνο μέχρι λιμάνι και η χιονισμένη κορφή του Ολύμπου.
Από κει παίρναμε τον χωματόδρομο μέσα στο δάσος του Σέϊχ-Σου, τα «Χίλια Δέντρα». Πάντοτε σαν τον διαβαίναμε μου έρχονταν στο νου οι στίχοι του Γιώργου Ιωάννου «Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό πάνε τα Χίλια Δέντρα, θα τα κάψουν», από την δεύτερη ποιητική του συλλογή, με το παραστατικό εξώφυλλο του Κάρολου Τσίζεκ. Βγαίνοντας από το δάσος, δεύτερη στάση τα σκαλιά του αναψυκτήριου «Κεδρηνός Λόφος». Κατηφόρισμα προς το εκκλησάκι του Αγίου Παύλου και μετά ανηφόρα, κατά πως πηγαίνει ο ασφαλτοστρωμένος ελικοειδής δρόμος, μέχρι την ευθεία που τρέχει παράλληλα με το κάστρο. Φάτσα η πρώτη Πορτάρα, έξοδος οχημάτων προς την πόλη, αριστερά η Μονή Βλατάδων, δεξιά η δεύτερη Πορτάρα με το Ναό των Αγίων Αναργύρων στο βάθος. Από κει η νέα ανηφόρα μάς οδηγούσε από μόνη της στο Επταπύργιο, περισσότερο γνωστό ως Γεντί-Κουλέ.

Αρχές Μάρτη, γλυκό κυριακάτικο πρωινό. «Θα βάλω κάτι ελαφρύ από πάνω, κατά πού βλέπεις να πηγαίνουμε;» ρωτώ την Ελένη. «Στην Πάνω Πόλη, καιρό έχουμε να πάμε». «Με τα πόδια ε;». «Περασμένα μεγαλεία», μου διαμήνυσε το λοξό ειρωνικό της βλέμμα.
Ταξί βρήκαμε αμέσως, «στην Πάνω Πόλη», λέω στον καλόβολο νεαρό που οδηγούσε. Όταν λέγαμε «Πάνω Πόλη» εννοούσαμε τη Μονή Βλατάδων. Από κει παίρναμε την Δημητρίου Πολιορκητού και κατηφορίζαμε αργά προς τον πολιτισμένο κόσμο των απρόσωπων πολυκατοικιών, απολαμβάνοντας αυτά που από παιδιά μας έλειψαν: καλντερίμια να διασχίζουν φρεσκο-ασβεστωμένα σπιτάκια με ανοιχτά στο φως παραθύρια, από όπου ξεχύνονταν λογής μυρωδιές, προετοιμασία του καλού κυριακάτικου φαγητού, λαϊκά άσματα στη διαπασών και γατάκια σε πρώτο πλάνο να λούζονται ανέμελα και μεγαλόπρεπα. Αναψοκοκκινισμένα παιδιά, ξοπίσω τους σκυλιά, να τρέχουν ανάμεσα σε περικοκλάδες και αγριολούλουδα στα ξέφωτα. «Δεν πάμε κατευθείαν στο Επταπύργιο και κατηφορίζουμε από κει;». Συμφωνήσαμε και ο ταξιτζής πήρε το μήνυμα. Πριν το Βελλείδιο, πήξιμο. «Γιατί έτσι;» «τιμούν τον Νίκο Γκάλη σήμερα», είπα, «μα πάλι;» και έκοψε από την Γ΄Σεπτεμβρίου για να ξεφύγει.

Ένα παρόμοιο πρωινό του ΄85 είχαμε επισκεφθεί το Γεντί-Κουλέ με ποδαράτο δρομολόγιο. Στεγάζονταν ακόμη εκεί οι περιβόητες φυλακές, που η ιστορία τους ξεκίνησε το 1890 και έληξε το 1989 όταν μεταφέρθηκαν στα Διαβατά. Χαμός μπροστά στην είσοδο από λογής κόσμο, ανάμεσα σε μικροπωλητές κάθε είδους, εν αναμονή του επισκεπτηρίου. Θυμήθηκα τότε που δεκάχρονο παιδί, το 1948, με τη μητέρα πήγαμε να επισκεφθούμε τον θείο Λεβιδά, κλεισμένο ισόβια μετά τα Δεκεμβριανά της Αθήνας.
«Τι τον έχει τον κρατούμενο ο μικρός;», ρώτησε ένας κοιλαράς μουστακαλής αρχι-χωροφύλακας, «αν δεν είναι πατέρας ή αδελφός δεν μπορεί να μπει μέσα».
Έμεινα στο Χωροφυλακείο περιμένοντας τη μητέρα, ενώ ο καλοθρεμμένος επικεφαλής διαπληκτίζονταν για παρόμοιους λόγους με τους επισκέπτες που αγωνιούσαν να δουν για λίγο τους δικούς τους.
Την άλλη μέρα ήρθε σπίτι η κλήση από την Εθνική Ασφάλεια. «Τι τον έχετε τον κρατούμενο Λεβιδά;» και άλλα παρόμοια ανακριτικά. Έδωσε εξηγήσεις η μητέρα. «Και γιατί τον επισκεφθήκατε;» «Λίγο σπιτικό φαγητό και γλυκά, πώς να το κάνουμε έχουμε το ίδιο αίμα». «Αυτοί, κυρά μου, πήγαν να πιουν το δικό μας αίμα. Που τους ταϊζουμε πολύ τους είναι. Προσέξτε γιατί όλα αυτά γράφονται». Όχι πως φοβήθηκε αλλά, για να αποφεύγει την ανακριτική διαδικασία, τις επόμενες φορές επισκέπτονταν τον θείο Λεβιδά με μια χριστιανική οργάνωση, οπότε δεν γίνονταν έλεγχος ταυτοτήτων.
Μετά από χρόνια δυο τενεκέδες λάδι από την Καλαμάτα έφτασαν στο σπίτι και το σημείωμα : «Ευδοξία, ευχαριστώ. Δεν ήταν το σπιτικό φαγητό και τα γλυκά, ήταν το πρόσωπό σου, ένα παράθυρο στον έξω κόσμο για μένα. Λεβιδάς».

Κατεβήκαμε από το ταξί. «Κοίταξε, η πόρτα είναι ανοιχτή». Διαβάσαμε στην είσοδο ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού, ο εσωτερικός χώρος ήταν επισκέψιμος. Μόλις δρασκελίσαμε το κατώφλι μάς περόνιασε υγρασία και το φως λιγόστεψε αισθητά. Παρατηρούσαμε τη δομή των τειχών. Παράταιρα υλικά, μάρμαρα ιστορημένα, κολώνες λοξοβαλμένες, ογκώδεις πέτρες, σίδερα, έδιναν την αίσθηση βιαστικής επισκευής ύστερα ίσως από κάποια επιδρομή στο φρούριο. Ανεβήκαμε μια σιδερένια ανεμόσκαλα και βρεθήκαμε στο κεντρικό φυλάκιο που δέσποζε στη μέση. Από κάτω στριμωγμένη μια εκκλησούλα του Αγίου Ελευθερίου, «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν» η επιγραφή στο υπέρθυρο. Γύρω τρία τριώροφα νεώτερα κτίσματα, οι ανδρικές φυλακές. Γυναικείες και στρατιωτικές σε εξωτερικά κτίσματα. Μπροστά οι χώροι όπου προαυλίζονταν οι κρατούμενοι. Πάνω τους ορθώνονταν δράκοι σωστοί τα πελώρια τείχη κτισμένα τους βυζαντινούς, παλαιολόγειους και μεταβυζαντινούς, χρόνους.
«Βλέπω καλά, έχει χιόνια εκεί στη βάση του τείχους;», ρώτησα την κοπελίτσα που μας έδωσε το ενημερωτικό της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. «Καλά βλέπετε, παρόλο που έχουν περάσει δέκα μέρες από τον χιονιά και όλα στην πόλη έχουν λιώσει, εδώ μένουν γιατί δεν τα φτάνει ο ήλιος».
Κατεβήκαμε πάλι την ανεμόσκαλα και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο μέσα από στενούς και ανήλιαγους διαδρόμους, με σιδερένιες πόρτες δεξιά, αριστερά και μικρά συρταρωτά παράθυρα στο ύψος του ματιού. Άπλωσα το χέρι και αγγίζοντας τις χοντρές σκουριασμένες αμπάρες ένιωσα το ίδιο περόνιασμα όπως όταν μπαίναμε. «Οσμίσου κάθε γωνιάς το δάκρυ και το αίμα καθώς περιδιαβαίνεις τον χώρο αυτόν του μαρτυρίου. Κυριακή 2 Μαρτίου 2003», έγραψα στο βιβλίο επισκεπτών που υπήρχε στο κεφαλόσκαλο.


Πρώτες δημοσιεύσεις:
-«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 187, 06.04.2003
-«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 14/2005

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Πόθοι στα γήπεδα Beach Volley




Πριν πολύ καιρό τα πίναμε μ'ενα φίλο. Κάποια στιγμή πετάγεται πάνω "φεύγω, αρχίζει στο Sport+ το γυναικείο Beach Volley". "Μπα", του λέω, "σ'ενδιαφέρει το αποτέλεσμα;", "Ποιο αποτέλεσμα, γουστάρω να βλέπω εκείνα τα όμορφα γυναικεία κορμιά που πετάγονται σαν αίλουροι και κάνουν τόσες άλλες όμορφες κινήσεις".


Αυτό μου έδωσε ένα κίνητρο να κάνω μία σειρά γυμνά με τον γενικό τίτλο "Πόθοι", τα οποία θα αναρτήσω σιγά, σιγά στη συνέχεια.


Ζωγράφος που δεν ζωγράφισε το γυναικείο κορμί δεν είναι ζωγράφος, είπε κάποιος.


Αρκετοί τα γυμνά τα βλέπουν μόνο υπό το πρίσμα του σεξ. Εν πάση περιπτώσει, το έργο τέχνης το αποκρυπτογραφεί ο καθένας όπως θέλει. Μπορεί να βλέπει τη Τζοκόντα και να ερεθίζεται.


Το πιο πάνω έργο, μαζί με ένα άλλο της ίδιας σειράς, θα εκτεθεί τέλος του χρόνου στην Τεχνόπολη στο Γκάζι σε μια μεγάλη ομαδική έκθεση (συμμετέχουν 1200 καλλιτέχνες) που διοργανώνει το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών με τον γενικό τίτλο: " Η ανθρώπινη μορφή στην Τέχνη".


Οι αναγνώστες του ιστολογίου ας κάνουν υπομονή να δουν όλη τη σειρά των "Πόθων" εδώ και ας τους αποκρυπτογραφήσουν κατά την κρίση τους.


Γλυκό Μαγιάτικο ξημέρωμα στη Χαλκιδική


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Λιόγερμα στη Νέα Παραλία


"Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι..." (Ν.Καββαδίας)



(για να απολαύσετε το βίντεο πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά)

Ανέκδοτο μικρό πεζό κείμενο σχετικό με την πιο κάτω φωτογραφία

Ας κάνουμε ρίζες εδώ

«Έλα μπάρμπα, πες μας για τη γουρούνα που μέθυσε στο κατώι και φεύγουμε».
«Βρε τζαναμπέτηδες πάλι θέτε να με κογιονάρετε. Άντε σπίτι κι η Μαριγώ θα περιμένει».

Το ίδιο βιολί κάθε βράδυ. Με το που έκλειναν το μπακάλικό τους στην Αετοράχης, τα δυο αδέλφια Θανάσης και Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου του μπάρμπα τους για μουχαμπέτι και ιστορίες από τα παλιά. Ήταν η ώρα που ο μπάρμπα-Νικόλας ρουφούσε δίπλα στο σοφά τα δυο καθιερωμένα ποτηράκια κοκκινέλι και η σκέψη του ταξίδευε χρόνια πίσω στο Τσανάκαλε. Μεγαλομπακάλης τότε με όλα τα καλά στο μαγαζί και μεγάλη πελατεία και από τα γύρω χωριά.

Εκεί του το πρόλαβαν οι καλοθελητές των αδελφάδων του. «Η προκομμένη και αψήφιστη γυναίκα σου η Ζωγράφω αφήκε τη μεγάλη γουρούνα να μπει στο κατώι. Άνοιξε την κάνουλα του μεγάλου ξυλοβάρελου και πλημμύρισε το κατώι με εκατόν πενήντα οκάδες κόκκινο κρασί δέκα οχτώ χρονών». «Η Ζωγράφω μου να είναι καλά», και συνέχισε τους λογαριασμούς στο χοντρό τεφτέρι μπροστά του σαλιώνοντας το μολύβι χωρίς να σηκώσει κεφάλι. Μέσα του όμως τον έτρωγε. Θες να πάνε αυτές και να κακοκαρδίσουν τη Ζωγράφω. Μια και δυο στο σπίτι. Σαν χώθηκε στο κατώι τον έπιασε γέλιο σπαρταριστό. Η μεγάλη γουρούνα μέχρι την κοιλιά στο κρασί βολόδερνε και τρίκλιζε κουτουλώντας από τον ένα στον άλλο τοίχο. Τού’μεινε αυτό και κάθε φορά που διηγούνταν το περιστατικό λυνόταν στα γέλια, κάνοντας τις κινήσεις της μεθυσμένης γουρούνας.

Εκεί στο μπακάλικο έφτασε και το μαντάτο από το τουρκάκι παραγιό του ότι αρματωμένοι καβαλάρηδες έζωσαν το χωριό. «Αφεντικό εμείς σας αγαπάμε. Μα αυτοί είναι ξενόφερτοι με άγριες διαθέσεις για τους Ρωμιούς». Δυο χούφτες πεντόλιρα έκρυψε βιαστικά μέσα στο σακί με τα φασόλια και τρεχάτος στο σπίτι. Πανικός στη γειτονιά. Όλοι φόρτωναν ότι μπόραγαν σε σούστες και κάρα και αλαφιασμένοι έφευγαν, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι για τα που είναι η σωτηρία. Το ίδιο και ο μπάρμπα-Νικόλας. Λίγα μπακίρια, μερικά προικιά των κοριτσιών, τη ραπτομηχανή χεριού Singer, νερό και λίγο κολατσιό για το δρόμο. Μπροστά ο ίδιος στο κουμάντο. Δίπλα η Ζωγράφω, πίσω, πάνω στη Singer, που έκαναν καναπέ για να την κρύψουν κιόλας, η κατάκοιτη από χρόνια κουνιάδα του Τριανταφυλλιά και πιο πίσω κολλητά το ένα πάνω στο άλλο τα
τέσσερα κορίτσια τους, η Σοφία, η Βασώ, η Θεοδίτσα και η τρίχρονη
Ευδοξία. «Οι μεγάλες βάλτε μαύρα τσεμπέρια και ρούχα, πασαλείψτε
μούτρα και χέρια με λάσπη και σβουνιές να φαίνεστε λερές γριές, μη σας αρπάξουν στο δρόμο οι Τούρκοι για την Ανατολή».

Μερόνυχτα στο δρόμο. Σαν έφτασαν στη θάλασσα, κοσμοπλημμύρα. Με τα πολλά μπήκαν σε βαπόρι κατά πως τους πήγε το κύμα του κόσμου. Πήραν μια ανάσα, όμως το άγνωστο δεν άφησε τους μεγάλους να κλείσουν μάτι. Δυο μέρες μετά αντίκρισαν βουνά. «Η Σαλονίκη», φώναξαν αυτοί που ήξεραν.

Τους άδειασαν στην παραλία σε κάτι μακρινάρια θαλάμους, το απολυμαντήριο, όπως τους είπαν. «Μια εβδομάδα εδώ και μετά θα σας τακτοποιήσουμε». Σε δέκα μέρες τους πήραν και, αφού διέσχισαν με κάρα μια άγνωστη σε όλους πόλη, τους έφεραν σε ένα μεγάλο τσαίρι, το Λεμπέτ, έμαθαν μετά. Δυο, τρεις οικογένειες στο τσαντίρι. Γυφτιά, πείνα, το νερό λίγο και ο Βαρδάρης του ’14 να τους ξυρίζει. ΄Εξι μήνες εκεί. Μετά, ο Χρήστος, ο γιος τους, που από χρόνια είχε μπαρκάρει λαθραία στην Αμέρικα μη και υπηρετήσει στον τούρκικο στρατό, τους έστειλε το τσεκ. Πρώτο τους μέλημα να φύγουν από το Λεμπέτ, να βάλουν κεραμίδι στο κεφάλι τους. Το ημιυπόγειο στην Αετοράχης τους φάνηκε παλάτι. Το ασβέστωσαν το συγύρισαν και άρχισαν να οργανώνουν τη ζωή τους. Οι μεγάλες κόρες σε θελήματα. Δύσκολες οι δουλειές για τους πρόσφυγες, τους έβλεπαν με μισό μάτι. Πόσο τους πόναγε, νοικοκυραίοι αυτοί στον τόπο τους, να ακούν τους ντόπιους να λένε πως είχαν στη δούλεψή τους δυο ανθρώπους και έναν πρόσφυγα. Η μικρή στο σχολείο. Έξυπνη, πρώτη μαθήτρια, ήθελε να γίνει δασκάλα.

Σαν έφτασε το ΄17 άρχισαν να ξεσηκώνουν τον μπάρμπα-Νικόλα οι συγχωριανοί να γυρίσουν πίσω στο Τσανάκαλε. «Νικόλα, τα πράγματα ηρέμησαν. Τα καλαμπόκια είναι δυο μπόγια στην ξεκούραστη γη της πατρίδας». «Δεν ησυχάζει το Τουρκιό. Σιμά θα έχουμε τα ίδια. Μοίρα μας να ξεριζωθούμε ήταν από κει. Ας κάνουμε ρίζες εδώ». Αν και με λίγα γράμματα, τετράγωνο μυαλό ο μπάρμπα-Νικόλας. Το ΄22 τον δικαίωσε.

Όμως τα βράδια, σαν ο Θανάσης και ο Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου της οδού Αετοράχης, παρόλο που δεν ήθελε να το δείχνει, αναπολούσε με λαχτάρα τα παλιά και μιμούνταν με γέλια τα κουνήματα της μεθυσμένης γουρούνας στο πλημμυρισμένο με κόκκινο
κρασί κατώι του Τσανάκαλε.

Πρώτες δημοσιεύσεις
- «ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 12, Δεκέμβριος 2002
- «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 242, 25.04.04

Η οικογένεια του παππού Νικόλα το 1924 στη Θεσσαλονίκη


(Ρίζες της μητέρας μου)

Φωτογραφία που προφανώς είχε βγει για βιβλιάριο προσφυγικού επιδόματος, όπως φαίνεται πάνω αριστερά από τη σφραγίδα.

Στη φωτογραφία αυτή, όπως και σε άλλες που θα αναρτήσω, έχω κάνει εικαστική παρέμβαση περιμετρικά.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

δημοτικό σχολείο Στενώματος Καρπενησίου


Δύο παλιές φωτογραφίες (1937) του Δημοτικού Σχολείου Στενώματος. Η μία από εκπαιδευτική (!) εκδρομή του σχολείου στο Καρπενήσι, στην πλατεία μπροστά στο άγαλμα Μάρκου Μπότσαρη και η άλλη από τις γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου στις 30.5.1937, όπως αναφέρει. Τον δάσκαλο Κώστα Κωτσοκάλη πρόλαβα και τον γνώρισα. Αξιόλογος, προοδευτικός για την εποχή του, με ευρύτητα πνεύματος, συγγραφέας και εκδότης αργότερα τοπικής εφημερίδας.

(Ρίζες του πατέρα μου)

ανοιξιάτικο τοπίο με γαλάζια γατούλα



αστική σχολή Σινασού Καππαδοκίας (1924)



Μία φωτογραφία από σπάνιο λεύκωμα που εξέδωσε η Κοινότητα Νέας Σινασού μετά την εδώ εγκατάστασή τους. Το λεύκωμα αναφέρει στο πρώτο φύλλο: "2 Οκτωβρίου 1924, ημέρα εξόδου". Κάτω από τη φωτογραφία: "Τα τελευταία βλαστάρια μας όλο ζωή και υγεία, όπου περιμένουμε την ανάσταση, τιμή και δόξα της Πατρίδας μας".
(Ρίζες του πεθερού μου)