Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Μικρό πεζό από το βιβλίο μου "Λάμψεις και σκιές μνήμης" (έκδοση 2010)

Frutti di mare

Ιδιαίτερη η αδυναμία μας στα θαλασσινά, σε όλες τις μαγειρικές εκδοχές, αλλά για διαφόρους λόγους δεν μπορούμε να τα απολαύσουμε καθημερινές παρά μόνο Σαββατοκύριακα. Γι’ αυτό το «θα πας για ψάρια αύριο» της Ελένης, με έκφραση παρακλητική και τόνο προστακτικό, είναι η τελευταία της κουβέντα κάθε Παρασκευή βράδυ. Το να πάω ένας λόγος, επειδή το ψαράδικο βρίσκεται μακριά μας και πρέπει έτσι να στερηθώ τον γλυκό πρωινό ύπνο του Σαββάτου και το κατά βούληση τέντωμα στο κρεβάτι.

Για διαφορετικές αιτίες τα τελευταία δέκα χρόνια αλλάξαμε τρία ψαράδικα στη γειτονιά. Ανώδυνος ο λόγος που ξεκόψαμε απ’ το πρώτο. Παραγγείλαμε πρωί τηλεφωνικά μια ποικιλία για βραδινό ψαρο-φαγοπότι φίλων στο σπίτι, αλλά το μεσημέρι όταν πήγαμε να τα πάρουμε, με χίλια συγγνώμη ο ψαράς δικαιολογήθηκε ότι ξέχασε να τα κρατήσει και μας άφησε αμανάτι. Από το δεύτερο, όταν ένα πρωί πήρα δυο κιλά γλώσσες, που μόλις άρχισε να καθαρίζει η Ελένη τις πέταξε στα μούτρα μου γιατί βρωμούσαν. Το ίδιο έκανα κι εγώ στον ψαρά, που σαν βρεγμένη γάτα μου πρότεινε με παρακάλια άλλα ψάρια, φρέσκα κατά τα λεγόμενά του, και σαν εξιλαστήριο καπέλο χάρισμα τέσσερις μεγάλες ζωντανές καραβίδες. Με το τρίτο τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Σάββατο πριν την Καθαρή Δευτέρα περνούσαμε έξω από το ψαράδικο της κυρά-Μάρθας. Στο μάτι μου έπεσαν τα λαχταριστά κυδώνια που είχε για κράχτη σε πρώτη γραμμή στην προθήκη, μέρα που ξημέρωνε. «Παίρνουμε λίγα», ρωτάω την Ελένη, «άσε, τόσα λέγονται τελευταία για τα οστρακοειδή».

Όμως ο λόγος της δεν φαίνονταν και τόσο πειστικός. Θυμάμαι με πόση βουλιμία απολάμβανε τα στρείδια, τις καλόγνωμες, τις γυαλιστερές, τα κυδώνια, που έφερνα κάθε χρόνο παραμονές Καθαρής Δευτέρας όταν εργαζόμουν στην τράπεζα, καθιερωμένη προσφορά ενός χονδρέμπορου πελάτη, εξαγωγέα του είδους, ως αντίδωρο για την γρήγορη εξυπηρέτηση που του κάναμε όλο το χρόνο. Το τσουβάλι με το περιεχόμενο έφθανε στο τμήμα νωρίς το πρωί. Πού όμως υπομονή μέχρι το μεσημέρι, μετά τη μοιρασιά, να τα πάμε σπίτι για να τα απολαύσουμε. Κάμναμε μια επιλογή και με ένα χαρτονένιο δίσκο την κατεβάζαμε στο υπόγειο. Συγχρόνως ειδοποιούσαμε τον ασπρομάλλη καφετζή «κυρ-Γιώργο πέντε φάρμακα με λεμόνια». Αϊτός ο καφετζής σε λίγο κατέφθανε με πέντε φλιτζάνια σκεπασμένα πάνω με πιατάκια, για να μη γίνεται αντιληπτό από τους πέριξ το περιεχόμενο, που αντί για τσάι ήταν τσίπουρο και γύρω λεμόνι φέτες. Ένας, ένας με τη σειρά κατεβαίναμε στο υπόγειο και η πανδαισία τελείωνε αφού άδειαζε ο δίσκος.
«Μάγκες, καλά φάγαμε και ήπιαμε μα προσοχή από δω και πέρα στα λάθη», έλεγα στους τέσσερις υφισταμένους μου. Ήμασταν το τμήμα συναλλάγματος και ως επί το πλείστον συναλλασσόμασταν με ξένους, έτσι και γινόταν λάθος, άντε να τους βρεις. Κύριοι όμως όπως πάντα όλοι, το μεσημέρι η συμφωνία ταμείου ήταν στον πόντο. Λένε ότι το οινόπνευμα σε μικρές ποσότητες ερεθίζει τα εγκεφαλικά κύτταρα και σε κρατάει σε εγρήγορση, εκτός βέβαια αν είναι να οδηγήσεις, οπότε έχεις πρόβλημα αντανακλαστικών. Ο διευθυντής μάθαινε από καλοθελητές για την άφιξη του τσουβαλιού, όχι βέβαια και για το τσιμπούσι γιατί το κάμναμε συνωμοτικά. Ήταν λιμάρης αλλά από την άλλη φοβόταν τα οστρακοειδή. Έρχονταν στο γκισέ, έσκυβε κοίταζε το τσουβάλι και ρωτούσε «είναι καλά;» «εγγυημένα κύριε διευθυντά, κάθε χρόνο μας τα φέρνει ο κύριος Αργοστόλου και ποτέ δεν είχαμε κανένα μεθεόρτιο». Έφευγε και ξανάρχονταν πολλές φορές και κατά το μεσημέρι έπαιρνε την μεγάλη απόφαση «άντε βάλτε και μένα λίγα σε μια σακούλα».

Βοήθησε όμως και η ψαρού με το «είναι φρεσκότατα», πελάτες καλοί εξάλλου ήμασταν γιατί να μας πει ψέματα, έσπασε η αντίστασή μου. «Άντε βάλε ένα κιλό». Πού όμως υπομονή μέχρι την Καθαρή Δευτέρα. Το ίδιο μεσημέρι τα τιμήσαμε δεόντως. Η Ελένη τα άνοιγε με σβελτάδα, εγώ δεν τα κατάφερνα, λεμόνι και ρούφηγμα με θόρυβο μέχρι και την τελευταία σταγόνα από το κέλυφος, τσίπουρο από πάνω, ελιές, ταραμοσαλάτα, τζατζίκι και άλλα παραδοσιακά που είχαμε ετοιμάσει για τη μέρα που έρχονταν και μετά ναρκωμένοι βόες. Το λεμόνι και το τσίπουρο είναι απαραίτητα με τα όστρακα, μου έλεγε φίλος καλοφαγάς ειδικός από πείρα στα γαστρονομικά. Πάντα έχουν μέσα κάποια βακτηρίδια και ο μόνος τρόπος να τα αντιμετωπίσεις για να μην έχεις πρόβλημα μετά είναι το λεμόνι και το οινόπνευμα, τσίπουρο ή ούζο.

Το βράδυ είχαμε κανονίσει έξοδο με φίλους στο καπηλειό του Νίκου Πλασταρά στην πάνω πόλη να ακούσουμε ρεμπέτικα. Παρά το πεντάωρο που πέρασε από το μεσημεριανό -τι μεσημεριανό πέντε το απόγευμα τελειώσαμε το λουκούλλειο γεύμα- όταν φθάσαμε στην ταβέρνα και ήρθε ο φίλος το γκαρσόνι για παραγγελία λέγοντας «ακούω», γυρνάω και του λέω, «γίνεται να πληρώσουμε και να μη φάμε;». Γέλασε και πήρε την παραγγελία μια πιατέλα με ποικιλία κρεατικών, σαλάτες με μπόλικη ρόκα, που κάνει καλό στη χώνεψη, και δυο μισόκιλα ρετσίνα χύμα. Φτιαχτήκαμε και σεγκοντάραμε το Νίκο στα παλιά ρεμπέτικα, απολαμβάνοντας τις γλυκές πενιές του Γιάννη του μπουζουξή.

Όμως κάτι από μέσα μου δεν πήγαινε καλά. Γουργουρητά και ελαφρύς πόνος στην κοιλιά με μικρή τάση για εμετό. Οι δυο σουρωτές που κατέβασα δεν βοήθησαν. Η κατάσταση χειροτέρεψε κατά τις δύο όταν αποχαιρετούσαμε τον Γιάννη και το Νίκο, που ακόμη τραγουδούσε και με τα χέρια απορημένος ρωτούσε γιατί τόσο νωρίς. Πάντα όταν πηγαίναμε συνηθίζαμε να παίρνουμε τα κλειδιά. «Θωμά», λέω στον φίλο που οδηγούσε, «τρέχα και κόψε όσο δρόμο μπορείς για την Καυτανζόγλου γιατί θα αφήσω στο αυτοκίνητο αυτά που φάγαμε το μεσημέρι». Μόλις που πρόλαβα να περάσω την εξώπορτα και πέταξα μια περιποιημένη ρουκέτα στη λεκάνη. Συγχρόνως ένιωθα κάτι να φεύγει από κάτω μου. Κάθομαι στη λεκάνη, σκέτο νερό. «Κι εγώ δεν αισθάνομαι καλά» λέει η Ελένη «λες να ανακατεύθηκα από σένα;». Να σε λίγο ρουκέτες και η Ελένη και μαλώματα ποιος θα πάρει σειρά στη λεκάνη για τα παρελκόμενα. Έτσι πήγε όλο το βράδυ και η άλλη μέρα, ανεβάσαμε και πυρετό γύρω στους τριάντα οκτώ. Διερωτόμασταν τι να μας πείραξε. Στον Πλασταρά εκτός από σαλάτα δεν είχαμε φάει τίποτε άλλο. Λες τα κυδώνια; Καταλήξαμε ότι μάλλον αυτά ήταν η αιτία.

Μετά από μέρες συνάντησα τον Παναγιώτη που έμενε παραδίπλα και ψώνιζε κι αυτός από το ίδιο ψαράδικο. «Τι γίνεται ρε Παναγιώτη, πώς περάσατε την Καθαρή Δευτέρα;». Κούνησε το κεφάλι «πάθαμε μεγάλη πλάκα από τα οστρακοειδή της κυρά-Μάρθας, τι να στα λέω καταλαβαίνεις εμετούς, διάρροιες, πυρετό». Επιβεβαιώθηκε η αιτία. Ο καλοφαγάς φίλος, που του εξιστόρησα το περιστατικό, μου εξήγησε ότι τα οστρακοειδή που φάγαμε ήταν ψόφια από μέρες γιατί τα αποθηκεύουν πολύ πριν τις παραμονές της Καθαρής Δευτέρας που υπάρχει ζήτηση. Δεν το έλεγε ο χριστιανός όταν μου συνιστούσε λεμόνι και τσίπουρο ότι αυτά ισχύουν για περιόδους εκτός Καθαρής Δευτέρας και λοιπών νηστειών!

Έτσι πήγε περίπατο και η κυρά Μάρθα. Από τότε ψάρια μόνο από το «Κοράλι», ένα ψαράδικο στον πεζόδρομο της Καλαμαριάς, αρκετά μακριά μας, αλλά με φρέσκο ψάρι από μπεσαλή ψαρά. Μου το σύστησε ανεπιφύλακτα ο Μάρκος, που φουντάρει το σκάφος του στη μαρίνα της Καλαμαριάς, γνώστης της περιοχής και ψαρολάγνος. Για φρέσκα ψάρια λοιπόν «Κοράλλι», με ένα ή με δύο λάμδα, κάθε Σάββατο πρωί, μέχρι νεωτέρας βέβαια.

Πρώτη δημοσίευση:
«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 183, 09.03.2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: