Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Μια κάρτα από Θεσσαλονίκη με ευχές για Καλή Χρονιά...


σε όλους τους αγαπητούς φίλους του διαδικτύου.

(Έργο: "Καταγραφές Θεσσαλονίκης", Τέμπερα 50Χ70 εκ., 1996, Συλλογή ΙΑΝΟΣ "Η Θεσσαλονίκη των ζωγράφων")

Ευχές θερμές για μια όμορφη και ανθοστόλιστη χρονιά...


...όπως η κοπελλίτσα στη ζωγραφιά!!!

Ας ονειρευτούμε μέσα στη νέα χρονιά...


...Ένα όνειρο γλυκό η ίδια η ζωή. Στο χέρι μας να μην την κάνουμε εφιάλτη.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ...


...για το βιβλίο του "Ο δρόμος για την Ουρανούπολη".

ΜΠΡΑΒΟ, ΜΠΡΑΒΟ Τόλη!!! Χριστουγεννιάτικο δώρο στους φίλους σου και όσους αγαπούν την γραφή σου. Καιρός ήταν και μιά δημόσια αναγνώριση.

"Ο δρόμος για την Ουρανούπολη" (το εξώφυλλο του βιβλίου)


Κείμενο οπισθοφύλλου:

Ο δρόμος για την Ουρανούπολη

Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια που ακούει σιωπηλή τον συγγραφέα, ο γιός του ζαχαροπλάστη που θα άλλαζε τον κόσμο με ζωγραφιές, τα ποιήματα και η θέα απ’ την εξέδρα της μικρής πόλης. Εκείνος που έχει ξεχάσει εντελώς τα ουσιώδη αλλά θυμάται καθαρά τις λεπτομέρειες, οι επευφημίες και τα χειροκροτήματα, πράγματα κοινά που ξάφνου γίνονται σπουδαία και σημαντικά. Ο άντρας που ήταν κάποτε βαρύς και ασήκωτος και το αδέσποτο σκυλί που υιοθέτησε έναν γάτο.

Κι ακόμη, τα υψίπεδα της νοημοσύνης και η ανταμοιβή της, τα πολιτιστικά σωματεία που έγιναν γραφείο ταξιδιών και κομμωτήριο, οι ανθρώπινοι πόροι, ο ευρύτερος του δημοσίου και οι διαφημιστικές εκστρατείες για τα αρχαία ερείπια. Τα μυστικά που είναι γραμμένα στο νερό, μια χώρα δίχως μονοπάτι, η ατέλειωτη πορεία προς τη θάλασσα και την πατρίδα. Εκείνοι που δίνουν το χέρι και τιμούν τον λόγο τους και τα σκληρά παγκάκια του Λευκού Πύργου.

Μετά τα μυθιστορήματα Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα (2005) και Η εξαίσια ηδονή του βιασμού (2006), δώδεκα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου σε πρώτο πρόσωπο. Καλογραμμένα, ειρωνικά, συγκινητικά. Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια, η κληρονομιά μιας γενιάς και ο δρόμος για την Ουρανούπολη. Τώρα που δεν υπάρχει δρόμος, ποιος είναι ο δρόμος για την Ουρανούπολη;

Ζωγραφιά "Ο δρόμος για την Ουρανούπολη",...


...εμπνευσμένη από το ομότιτλο βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Καλά Χριστούγεννα...


...με την ευχή να ξαναβρούμε αυτές τις μέρες, έστω για λίγο, τη χαμένη μας παιδικότητα. Δεν θέλουν πολλά οι παιδικές ψυχούλες για να γεμίσουν χαρά.

(Ζωγραφιά, η δεύτερη, εμπνευσμένη από το ποίημα του Τόλη Νικηφόρου "Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα")

Χριστουγεννιάτικο διήγημα

Παραμονή Χριστουγέννων του ’43

Ο πατέρας γύρισε κι εκείνο το βράδυ την ίδια ώρα από τη ΧΕΝ. Ακούμπησε στην κουζίνα αποσταμένος τα δυο κονσερβοκούτια με φαγητό, κάθισε στη μοναδική ξύλινη καρέκλα και έβγαλε τα λιωμένα παπούτσια. Πιο πολύ τον προφύλαγαν τα τσουράπια που είχε πλέξει η γιαγιά. Ξεσκέπασε προσεκτικά τα τενεκεδάκια και τα έβαλε στο συρμάτινο φανάρι που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο. Κάθε βράδυ το ίδιο. ΄Ηταν η μερίδα που δικαιούνταν κάθε εργαζόμενος στο μαγειρείο της ΧΕΝ. Την έφερνε σπίτι για να μας κρατά όρθιους τις δύσκολες εκείνες μέρες της κατοχής. «Εγώ χορταίνω από τις μυρωδιές», έλεγε στη μητέρα, όταν τον πίεζε να πάρει κι αυτός μια μπουκιά. Ακόμη και ο σκύλος μας ο Μπόμπης κρατιόταν από το φαγητό που έφερνε ο πατέρας. Η μητέρα γέμιζε με νερό τα άδεια τενεκέδια και γέμιζε τη γαβάθα του. Με όση δύναμη απόμενε στο σκελετωμένο του κορμί σηκώνονταν στα πίσω πόδια και με τη γλώσσα ρουφούσε το νεροζούμι στον αέρα. Μετά έχωνε τη μουσούδα στη γαβάθα αδειάζοντάς την στη στιγμή χωρίς ανάσα. Όλο το υπόλοιπο βράδυ περνούσε γλείφοντάς την. Τον άκουγα να τη σέρνει εδώ και κει μέσα στην αυλή καθώς κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο.

Ο μισθός του πατέρα ελάχιστα βοηθούσε. Το χαρτονόμισμα ξευτελίζονταν κάθε στιγμή μέσα στη μέρα. Αν είχες λίρες, στάρι, λάδι, όσπρια ή άλλα τέτοια βασικά ήσουν βασιλιάς. Το ψωμί σπάνια έμπαινε στο σπίτι. ΄Ολη η προίκα της μητέρας είχε ανταλλαγεί στα γύρω χωριά για μισό σακί καλαμπόκι ή φασόλια και σπάνια λίγο στάρι.

Χωρίς να βγάλει το πανωφόρι μπήκε στο δωμάτιο. Στο μικρό σιδερένιο κρεβάτι ξαπλωμένοι η μητέρα και η γιαγιά στις δυο άκρες και στη μέση ο αδελφός μου κι εγώ, σκεπασμένοι με το πάπλωμα που είχε απομείνει και από πάνω μια κουρελού. Ο πατέρας ακούμπησε το χέρι στη μεγάλη σιδερένια σόμπα δίπλα στο κρεβάτι. «Το τελευταίο ξύλο έριξα το μεσημέρι», λέει η μητέρα, «έχει χωνέψει από ώρα και κρύωναν τα παιδιά». Παρακολουθούσαμε τον πατέρα με τα μάτια μόνο έξω από τα σκεπάσματα. Αμήχανος κοίταξε από το παράθυρο στην αυλή. Το τελευταίο χοντρό δέντρο το είχε κόψει τρεις μέρες πριν. Τα άλλα ήταν λιγνά, ίδια με μας. Απότομα ανοίγει το παράθυρο. «Γιάννη τι κάνεις τρελάθηκες έχει παγωνιά», άρχισε να φωνάζει η μητέρα. Αρπάζει το μεγάλο τραπέζι που ήταν στο δωμάτιο το γυρίζει στο πλάι και το σπρώχνει στο ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή. Θυμάμαι τα καλοκαίρια που το βγάζαμε στην αυλή για να γίνει πιο ευρύχωρο το δωμάτιο, δεν χώραγε από καμιά πόρτα. Το σήκωσε με όση δύναμη του απόμενε και το άφησε να πέσει έξω. Με νευρικές γρήγορες κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και παίρνοντας το μικρό τσεκουράκι βγήκε έξω. Πετάχτηκα βολίδα από το κρεβάτι και κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι. Ο πατέρας όλο μανία, λες και μισούσε το τραπέζι, άρχισε να το κομματιάζει με απανωτές τσεκουριές.

Σαν τέλειωσε, ξεδιάλεξε και έφερε μέσα τα χοντρά κομμάτια, πόδια και πλαϊνά. Η σόμπα ήταν αρκετά ψηλή, λίγο πιο πάνω από το μπόι μου. Την άνοιξε από πάνω βγάζοντας όλα τα στρόγγυλα στεφάνια και έχωσε μέσα όσα κομμάτια χωρούσαν. Από το μπροστινό κάτω άνοιγμα στρίμωξε τα μικρότερα. Σε ένα από αυτά πλησίασε το τσακμάκι και αφού προσπάθησε δυο τρεις φορές του έβαλε φωτιά. ΄Αρπαξαν όλα, σε λίγο η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει και τα πλαϊνά της κοκκίνισαν. Το δωμάτιο πήρε μια θαλπωρή. Πετάξαμε τα σκεπάσματα και ανακαθίσαμε στο κρεβάτι.

΄Εξω είχε αρχίσει να αγριεύει ο καιρός. Μόνο οι κάργες πετούσαν πάνω από τα πεύκα του 50ού Συντάγματος που μερικές φορές κατέβαιναν στα πρανή του λάκκου ψάχνοντας άδικα για κανένα φαγώσιμο. Δεν άργησαν οι πρώτες σπυρωτές χιονονιφάδες να κτυπούν το τζάμι του δωματίου καθώς τις στροβίλιζε ο αέρας.

Καθόμασταν αμίλητοι και ευχαριστιόμασταν τη ζέστη που είχε πια απλωθεί παντού. «Δέντρο δεν θα κάνουμε;», πετάχτηκα σπάζοντας τη σιγή. Γύρισαν και με κοίταξαν αμίλητοι. «Θέλω δέντρο», ξαναείπα. «Να έχουμε έξω στην αυλή» λέει η γιαγιά και δείχνει το μικρό κυπαρισσάκι που έφερε και φύτεψε στην αυλή την προηγούμενη χρονιά ο πατέρας όταν το βρήκε ξεριζωμένο μέσα στα χαλάσματα της παλιάς ΄Εκθεσης. «Εγώ θέλω δέντρο Χριστουγεννιάτικο, όχι τέτοιο». Με κοίταξε ο πατέρας για λίγο και μετά αρπάζοντας το πανωφόρι βγήκε έξω. Πέρασε αρκετή ώρα και η μητέρα κοίταζε ανήσυχη από το παράθυρο. Η γιαγιά, πάντα πιο ψύχραιμη, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά της χαμηλά στη μύτη ήταν συγκεντρωμένη στο πλέξιμο. «Που πάει πάλι αυτός ο άνθρωπος. ΄Εξω γίνεται χαλασμός, κουρασμένος είναι και όπου νά’ναι αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Δεν λες και συ κάτι μητέρα;», λέει στη γιαγιά. Η γιαγιά τράβηξε την κλωστή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι και δεν είπε κουβέντα. «Πάντα έτσι αψήφιστη ήσουν, αλλά να μην ενδιαφέρεσαι και για τον γιο σου, τι να πω». Η βουβαμάρα συνεχίστηκε μέχρι που ακούστηκε το κουδουνάκι της ξύλινης καγκελόπορτας της αυλής. Σε λίγο φάνηκε η σιλουέτα του πατέρα έξω από το τζάμι έχοντας κάτι στον ώμο. «Μας έφερε δέντρο μαμά», αναφώνησα. Ένα ακρόκλωνο από πεύκο, που πάνω του ακόμη δεν είχαν λιώσει οι νιφάδες από το χιόνι που έπεφτε.

Το στήσαμε σε μια γλάστρα, κρεμάσαμε πολύχρωμα κουρελάκια, κόψαμε σε πολλά κομμάτια μερικά κεριά, που είχε κάνει η γιαγιά από γουρουνίσιο λίπος για να μας φωτίζουν το βράδι και τα δέσαμε εδώ και κει. Το φως τους έδωσε άλλη ζεστασιά στο κρύο δωμάτιο. «Τώρα ύπνο παιδιά, αύριο θα μας πείτε τα κάλαντα κάτω από το δέντρο», χαμογέλασε και μας σκέπασε η μητέρα.

Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Έτρεξα κάτω από το δέντρο, το μύρισα, το χάϊδεψα απαλά και, δεν ξέρω πως μου ήρθε, άρχισα να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο μπερδεύοντας όπως πάντα την «όψη» με την «κόψη».


Πρώτη δημοσίευση
Εφημερίδα «Αγγελιοφόρος», φύλλο παραμονής Χριστουγέννων, 24.12.2006

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Η παρέα του "Ντορέ"

Η παρέα του "Ντορέ"


Μπορεί η Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" να έκλεισε εδώ και χρόνια, όμως στενοί συνεργάτες της ανταμώνουν κάθε δεύτερη Τρίτη στον ζεστό χώρο του ιστορικού "Ντορέ". Ατέλειωτες συζητήσεις περί εικαστικών, ποίησης, λογοτεχνίας και άλλων. Πέντε με δέκα φίλοι κάθε φορά, με σταθερή παρουσία του Ντίνου Χριστιανόπουλου που, παρά την ηλικία και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε πριν λίγα χρόνια, δεν το βάζει κάτω.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Έρωτας κάτω απ'τη χειμωνιάτικη πανσέληνο


Ερωτευμένοι προλαβαίνετε. Ξέρετε πότε είναι η επόμενη πανσέληνος;

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Με τον Μίκη Θεοδωράκη στον ΙΑΝΟ (13.03.1998)

"Αντάρτης" (Τέμπερα, 31Χ43 εκ., 1982)


Πολύ μικρό προσωπικό αντίδωρο στον Μίκη Θεοδωράκη για το ατσάλωμα που πρόσφερε στη νιότη μας με τα τραγούδια του.

Αφιέρωση από Μίκη Θεοδωράκη

Το "Σοφία Σταρ"


Μια αξέχαστη μεταμεσονύχτια βόλτα στον Θερμαϊκό με το "Σοφία Σταρ" μετά την τιμητική εκδήλωση που του έγινε στον ΙΑΝΟ 13.03.1998.Περισσότερα μπορείτε να δείτε στο google (Σοφία Σταρ).

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Ο Βασίλης Τσιτσάνης και η Μαρίκα Νίνου στην Ταβέρνα του Χοντρού



Να μια ιστορική φωτογραφία, που το πρωτότυπό της μου δάνεισε φίλος συλλέκτης για να την αντιγράψω. Από τα χαρακτηριστικά του Τσιτσάνη (τα συγκρίνω με φωτογραφία του στο λεύκωμα «Ρεμπέτικα Τραγούδια», έκδοση Κέδρος, του Ηλία Πετρόπουλου, σελ. 529), ανάγεται στο 1952. Είναι μάλλον επιχρωματισμένη και στις τέσσερις γωνιές του πρωτοτύπου υπάρχουν τρυπήματα. Προφανώς τοποθετούνταν με πινέζες στην προθήκη του μαγαζιού, όπου τραγουδούσε η κομπανία, για διαφήμιση του προγράμματος. Ο φίλος μου επιβεβαίωσε τέσσερις από τους εικονιζόμενους: Βασίλης Τσιτσάνης, δίπλα του ο Γιάννης Παπαϊωάννου και παραδίπλα η Μαρίκα Νίνου. Πίσω από τον Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης (οι άλλοι τρεις είναι άγνωστοι). Επίσης, κατά τη γνώμη του, το μαγαζί είναι η Ταβέρνα του Χοντρού. Αυτό μάλλον επιβεβαιώνεται και από το βιντεάκι, όπου φαίνεται η λουλουδένια διακόσμηση πάνω από το πάλκο, όπως και στη φωτογραφία.

Επειδή περί Τσιτσάνη ο λόγος, ζωντανά τον άκουσα στο Καλαμάκι της Θεσσαλονίκης το 1959, όπου τραγουδούσε με τη Σεβάς-χανούμ (Σεβαστή), μια μέρα πριν κατηφορίσω προς Κόρινθο για να καταταγώ στον στρατό. Πραγματική μυσταγωγία. Αν ακουγόταν χτύπος πηρουνιού, σταματούσε, κοίταζε άγρια τον δράστη και ξανάρχιζε όταν επικρατούσε πάλι απόλυτη ησυχία. Αξίζει να αναφέρω και μια άλλη προσωπική εμπειρία: Τέλος της δεκαετίας του ’40 (1948-1949), δεκάχρονος τότε εγώ, έκανε συχνά τα βράδια επέλαση στο σπίτι μας, από την Πάνω Πόλη όπου έμενε, ένας μικροανεψιός της μητέρας μου. Παντρεμένος από τα δεκάξι του με έξι παιδιά, πέντε αγόρια και ένα κορίτσι, το στερνοπούλι. Η επέλαση γίνονταν με κουρσάρα. Μέσα, αυτός, η γυναίκα του, τα τρία μικρότερα από τα έξι παιδιά, το γραμμόφωνο και δίσκοι εβδομηνταοκτώ στροφών με ρεμπέτικες επιτυχίες, πιο πολλές του Τσιτσάνη. Μαζί, σακκούλες με τρόφιμα για μεζέδες της στιγμής και μπουκάλια ούζο. «Γιάννη», έλεγε στον πατέρα μου, που ήταν μάγειρας, «φτιάξε εσύ τους μεζέδες μέχρι να φτιαχτούμε εμείς με τον Τσιτσάνη». Έβγαζε καλά λεφτά (είχε μπακάλικο στο Καπάνι), άλλά τίποτα δεν του έμενε με τη ρεμπέτικη ζωή που έκανε, χωρίς όμως να αφήνει την πολυμελή οικογένειά του να πεινάει. Βοήθησε και μας στις δύσκολες μέρες της κατοχής που τα τρόφιμα σπάνιζαν. Κάθε βράδυ στα ρεμπετάδικα της εποχής και «όλα τα ωραία μέχρι το πρωί». Κλασικός τύπος ρεμπέτη, μπεσαλής, ανοιχτόκαρδος και χωρατατζής. Την εγκυμοσύνη της γυναίκας του μας ανάγγελνε κάθε φορά παραφράζοντας το γνωστό εκκλησιαστικό τροπάριο: «Ο άγγελος εβόα τη κεχαριτωμένη του Βάνγκου η γυναίκα είναι πάλι γκαστρωμένη».

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Γατούλες


Αχ αυτές οι γατούλες...

Γατούλες



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κάποτε (χωρίς κουκούλες...)



Μικρή ιστορία της φωτογραφίας

Χειμώνας 1956 (θαρρώ Νοέμβρης). Τα γεγονότα στην Κύπρο σε έξαρση (ΕΟΚΑ).
Πρωινό στο chapel του Anatolia. Ο Πρόεδρος κ. Compton αναγγέλλει: “We will sing hymn number 34”. Προσυνεννοημένοι όλοι αρχίζουμε να ψέλνουμε «Τη Υπερμάχω» μέσα σε συγκινησιακή ατμόσφαιρα. Ο καθηγητής της μουσικής (θαρρώ λεγόταν Daniels) παρατάει το πιάνο και σηκώνεται όρθιος. Όλοι μαζί μετά, με την ελληνική σημαία μπροστά που κρατούσαν τέσσερις της έκτης τάξης, κατεβαίνουμε και κατευθυνόμαστε στην εξωτερική πύλη του σχολείου για να φύγουμε προς την πόλη. Άκαρπη η παραίνεση του κ. Compton, που ανεβασμένος στο σκαλί ενός αυτοκινήτου προσπαθεί να μας αποτρέψει, λέγοντας ότι συμφωνεί με την αγανάκτησή μας αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε το μάθημα στο σχολείο. Αργότερα είπε ότι η ανυπακοή μας αυτή μείωσε κάπως την στεναχώρια του που θα αποχωρούσε σε λίγο οριστικά από το Anatolia και την Ελλάδα. (Πρέπει να αναφερθεί ότι ο κ. Compton ήταν σαν ιεραπόστολος, αγαπούσε την Ελλάδα και κατά την προεδρία του στο Anatolia την μόνη αντιπαροχή που είχε ήταν κατοικία και τροφή, χωρίς άλλη απολαβή).
Κατηφορίσαμε με τα πόδια όλο τον τρία χιλιόμετρα δρόμο μέχρι τη Χαριλάου, μέσα σε δριμύ κρύο και, ακολουθώντας την οδό Παπαναστασίου (από όπου και η φωτογραφία) ανταμώσαμε με τα άλλα σχολεία της πόλης που είχαν ξεσηκωθεί για τον ίδιο λόγο.

Από τότε που έγινε η πιο πάνω διαδήλωση, καθώς και άλλες που ακολούθησαν, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, με αρνητικά αποτελέσματα τόσο για το όμορφο νησί, όσο και για την Ελλάδα γενικά.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ζεϊμπέκικο

Το βαρύ ζεϊμπέκικο του Γιάννη Τσαρούχη στου Τσιτσάνη.

Διήγημα "Το χρέος"

Το χρέος

«Να πάμε πάλι, βρε παιδιά, ένα βράδυ για ρεμπέτικα στο καπηλειό του Πλασταρά στην Πάνω Πόλη». Το λέγαμε αλλά αργούσαμε να το αποφασίσουμε. Το τηλεφώνημα του Θωμά, ένα κρύο απόγευμα Παρασκευής του περασμένου Φλεβάρη, έβαλε τέλος στην αναβολή.
«Εννιά και τέταρτο περνούμε με τη Βέρα και σας παίρνουμε με το αυτοκίνητο για Πλασταρά. Πάρε τηλέφωνο και κλείσε τραπέζι για τέσσερις».

Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά του, γιατί ήξερα πόσο δυσκίνητος ήταν για τέτοιες ξαφνικές αποδράσεις, αντίθετα με τη Βέρα που πετούσε τη σκούφια της.
«Καλά ρε, πιο κρύα μέρα δε διάλεγες για έξοδο;»
«Γιατί, έχεις πρόβλημα; Με το αυτοκίνητό μου θα πάμε και με το ίδιο θα σας γυρίσουμε».
«Η ζέστη δε με πειράζει, αλλά το κρύο δεν το αντέχω. Έχω μια παλιά ιστορία να σου πω κάποτε γι’αυτό. Να έρθουν και ο Τόλης με τη Σοφία; Tον θυμάσαι, πιστεύω, από την Τράπεζα».
«Τον Τόλη, ρε, δε θυμάμαι, που με αναφέρει και σε ένα μυθιστόρημά του ως Θωμάκο τον παλαιστή;».

Έγιναν τα τηλεφωνήματα. Ο Νίκος Πλασταράς χάρηκε ιδιαίτερα, όταν με άκουσε «ετοιμάσου να ρίξεις τις γύρες σου με τα Πέριξ του Τσιτσάνη», είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Στις δέκα ακριβώς κατεβαίναμε τα σκαλιά του καπηλειού, αγκαλιές φιλιά με τον Νίκο, χαιρετούρες με τον φαλακρό Γιάννη, μόνιμο μπουζουξή του, που μου επανέλαβε, όπως κάθε φορά, «ακόμη το έχω παράπονο, που δε μου έβαλες λίγα μαλλάκια, όταν με ζωγράφισες».

Ήρθαν τα σμυρναίϊκα, ιδιαίτερη συνταγή του καπηλειού, που σε κανέναν δε δίνει ο Νίκος, και άλλα κρεατικά. Ήπιαμε Μπουτάρη, οι μισοί λευκό Μοσχοφίλερο, οι άλλοι κόκκινο Αγιωργίτικο. Το κέφι άναψε για τα καλά και οι παραγγελιές δίνονταν η μια μετά την άλλη. Το είχα διαπιστωμένο από άλλες φορές ότι τα κέφια του Νίκου ήταν ανεβασμένα, όταν από κάτω τον άκουγαν φίλοι στενοί. Τίμησα δεόντως με γύρες «Τα Πέριξ», όταν μας το αφιέρωσε, τραγουδώντας το αντάμα. Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα τους αποχαιρετίσαμε και ξαναμμένοι βγήκαμε. «Θα σας πάω εγώ με την Ελένη στο σπίτι, όπως είπαμε». Ο Τόλης και η Σοφία πήραν ταξί.

Το κρύο είχε σφίξει. Θα είχε τουλάχιστον πέντε βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο Βαρδάρης ξύριζε. Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν, κατέβασα το τζόκεϊ μέχρι τα μάτια, αλλά τίποτα. Ένιωθα ένα σύγκρυο να διαπερνά όλο μου το κορμί, τα χέρια μου από τους ώμους και κάτω άρχισαν να κουνιούνται από μόνα τους και σε λίγο να χτυπούν και τα δόντια μου, φυσική αντίδραση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει την ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας.

«Έλα λίγο ακόμη και φτάνουμε στο αυτοκίνητο. Θα συνέλθεις, μόλις φουλάρω το καλοριφέρ». Αλλά πού;. Το αυτοκίνητο μέσα παγωμένο και το ασταμάτητο χτύπημα χεριών και δοντιών ακολουθούσαν τώρα και τα πόδια. Καμιά όρεξη για κουβέντα. Αραγμένος στην μπροστινή θέση προσπαθούσα να ζεσταθώ, όχι από το καλοριφέρ που ακόμη δεν είχε αρχίσει να αποδίδει, αλλά από το χνώτο μου που φυσούσα μέσα στο μπουφάν, ενώ το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει κάπου πενήντα χρόνια πίσω σε μια παρόμοια κατάσταση.

Φλεβάρης του ’60 και το μπουγάζι από τις κορφές του Όλυμπου πάγωνε το χιόνι που για μερόνυχτα έπεφτε ασταμάτητα σε όλο τον κάμπο της Κατερίνης. Στον θάλαμο του στρατοπέδου, ένα μακρινάρι παράπηγμα με διάδρομο στη μέση και διώροφες ξύλινες κουκέτες αριστερά-δεξιά, μια δίμετρη σιδερένια, σαν μεγάλο βαρέλι, σόμπα μπουμπούνιζε. Οι ολόκληροι κορμοί, που έπεφταν σωρηδόν μέσα, εξείχαν από το πάνω μέρος. Οι φλόγες πετάγονταν ψηλά έξω και φώτιζαν το καταθλιπτικό περιβάλλον του θαλάμου. Καπνός αιωρούνταν σε όλο το χώρο, δάκρυζαν τα μάτια, αλλά η ζέστη-ζέστη.


Ούτε λόγος για ασκήσεις. Κάθε τόσο ο δεκανέας υπηρεσίας τραβούσε καμιά δεκαριά άτομα στον όρχο να εκχιονίσουν άρματα και άλλα οχήματα και πάλι πίσω. Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα καλαμπουρίζαμε και καπνίζαμε, περιμένοντας τη σειρά μας για σκοπιά. Ήμουν νούμερο τέσσερις με εφτά το απόγευμα και ίδιο το βράδυ στο ξημέρωμα της άλλης μέρας.
«Τραπεζικέ, το νούμερό σου», με συνέφερε κάποια στιγμή ο δεκανέας. «Ντύσου, στολίσου και πάμε, ο προηγούμενος θα έχει παγώσει».


Άρχισα να ετοιμάζομαι βαριεστημένα. Διπλές κάλτσες, μακρύ σώβρακο και από πάνω το παντελόνι αγγαρείας, μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, που ποτέ δεν ανεχόμουν ως πολίτης, πουκάμισο, δύο πουλόβερ με μανίκια, χιτώνιο, γάντια, μπότες και, τέλος, μακριά μέχρι τις πατούσες χλαίνη. Μπαλάσκες, τύλιγμα του κεφαλιού με χοντρό κασκόλ και πάνω το βαρύ κράνος. Παίρνοντας το όπλο από την κρεμάστρα «έτοιμος δεκανέα», είπα.
«Πάρε και την κάπα από πάνω, κάνει ψόφο και, όπως είσαι πρωτευουσιάνος, δε θα τον αντέξεις». Εκείνος, με πολύ ελαφρύτερη εξάρτυση, καταγόταν από ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας, και καλό παιδί.
«Την αφήνω για τη βραδινή βάρδια. Θα μου είναι άχρηστη το βράδυ, αν τη βρέξω τώρα».


Βγήκαμε. Το χιόνι μέχρι το γόνατο, παγωμένο. Ακολουθούσαμε το πατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σκοπιά και μόνο το χρατς-χρουτς των ποδιών πάνω στο παγωμένο χιόνι ακουγόταν. Το πόστο ήταν στη μονάδα συντήρησης οχημάτων, ψηλά στην άκρη του στρατοπέδου που το θέριζε παγωμένος αέρας από όλες τι μεριές. Κάτω ο έρημος δρόμος προς τη Νεοκαισάρεια και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Πιο κάτω, παράλληλα με τον δρόμο, ο Πέλεκας, ένα ποτάμι φουσκωμένο χειμώνα-καλοκαίρι, κατέβαζε νερά προς τη θάλασσα και ο παφλασμός τους ήταν το μόνο που ακουγόταν στην ερημιά.

Οι πρώτες δυο ώρες πέρασαν κάπως γρήγορα. Η τρίτη ήταν ατέλειωτη, καθώς η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και το κρύο ήταν αφόρητο. Στις εφτά είδα από μακριά την αλλαγή να έρχεται, παρέδωσα βιβλίο εφόδου με τα σχετικά και ταχύ βήμα πίσω στον θάλαμο.
«Πήγαινε για βραδινό», μου λέει ο δεκανέας υπηρεσίας, «έχει μακαρόνια με σάλτσα». Μακαρόνια μπλουμ που ήταν παγωμένα, αφού το βραδινό στους άλλους είχε δοθεί πριν από δυο ώρες. Μπλουμ-ξεμπλουμ γέμισα την καραβάνα και τα έφερα στον θάλαμο να ζεσταθούν στη σόμπα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι αποκαμωμένος τραβώντας πάνω μου δυο μάλλινες κουβέρτες. Θες από κρύο, θες από κούραση έπεσα σε λήθαργο βαθύ, παρά τις φωνές και τα γέλια των άλλων που δεν είχαν όρεξη για ύπνο.

Ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες, όταν άνοιξα τα μάτια από απότομο σκούντημα του θαλαμοφύλακα.
«Συνάδελφε σήκω, ήρθε η ώρα σου για σκοπιά».
Ξανά ντύσιμο, όπως το απόγευμα, αλλά από πάνω και η χοντρή τρίχινη κάπα με την κουκούλα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ό,τι το απόγευμα, γιατί, μόλις ξεπορτίσαμε, αισθάνθηκα ότι έμπαινα σε πολικό τοπίο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ και αναγκαζόμουν να κρατώ την κουκούλα της κάπας, που συνεχώς την έπαιρνε. Ο βηματισμός πάνω κάτω στη σκοπιά δε βοηθούσε καθόλου. Μερικές φορές χωνόμουν σε ένα υπό επισκευή REO, αλλά τίποτα. Ξανά κάτω, βηματισμοί να βρω απάνεμο μέρος, αλλά άδικα. Άργησε να έρθει και η αλλαγή και, όταν φάνηκε γύρω στις επτά και τέταρτο, ήμουν έτοιμος να σωριαστώ.

Αφήνω όπλο, κράνος, μπαλάσκες στο θάλαμο και με όσες δυνάμεις μου έμεναν βάζω μπρος για τα μαγειρεία. Πίστευα ότι το ζεστό τσάι θα με συνέφερνε κάπως. Φθάνοντας είδα όλη την Επιλαρχία μαζεμένη κατά ομάδες σε τέσσερις κύκλους. Κατάλαβα. Για μεσημεριανό θα είχε πατάτες που έπρεπε να καθαριστούν πριν πάρουμε πρωινό. Πλησίασα σε έναν από τους σωρούς. Πέντε περίπου τσουβάλια πατάτες ριγμένες από ώρα μες το παγωμένο χιόνι περίμεναν καθάρισμα. Σκύβω με κόπο πιάνω μια, αλλά ο σουγιάς παραλίγο να μου κόψει το χέρι που, καθώς ήταν παγωμένο, δε με υπάκουγε. Όλα γύρω μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν. Αφήνω την πατάτα να μου πέσει και πάω στον Επιλοχία, που επέβλεπε τη διαδικασία του καθαρισμού, μήπως και κάποιος λουφάρει. Ήταν μόνιμος, Λοχίας στον βαθμό, παντρεμένος κρυφά με μια ντόπια. Καθώς ήταν απαγορευμένο να παντρεύονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πριν από τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, δεν το είχε δηλώσει, αλλά είχε μαθευτεί και για τιμωρία η προαγωγή του πήγε πίσω και τον άφησαν για χρόνια να βολοδέρνει σε αυτόν τον «κρανίου τόπο» του Σβορώνου, που οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν Κολοκούρι. Έβγαζε τα απωθημένα του με άγρια ξεσπάσματα σε όλους τους στρατιώτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που είχαν κάποια παραπάνω μόρφωση.

«Κύριε Επιλοχία, ήμουν τελευταίο νούμερο σκοπιά, έχω παγώσει ολόκληρος, ας πάρω πρωινό ρόφημα και μετά καθαρίζω πατάτες».
Ένα «σκασμός, στις πατάτες» ήταν η απάντηση.
Γύρισα τρικλίζοντας στο σωρό. Θυμάμαι ότι έσκυψα να πιάσω ξανά μια πατάτα και μετά έχασα τα πάντα γύρω μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν στο αναρρωτήριο με έναν Ανθυπίατρο να είναι σκυμμένος πάνω μου κρατώντας μια άδεια σύριγγα.
«Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, με την καρδιοτονωτική που σου έκανα θα είσαι σε λίγο περδίκι».
«Σηκωτό σε πήγαμε στο αναρρωτήριο», μου έλεγε την άλλη μέρα ένας συνάδελφος, «και πίσω έτρεχε χεσμένος ο Επιλοχίας».

Γύρω στον Ιούνιο ήρθε η μετάθεσή μου για Θεσσαλονίκη. Πήρα το φύλλο πορείας από τον γραφέα της Ίλης, καθώς ο Επιλοχίας έλειπε. Ανταμώσαμε στην πύλη του στρατοπέδου.
«Φεύγεις;», με ρώτησε.
«Ναι», απάντησα ξερά χωρίς να τον κοιτάξω. Ούτε γύρισα πίσω να ξαναδώ πάνω από την πύλη την επιγραφή «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων».

Το απότομο φρενάρισμα του Θωμά με συνέφερε. Είχαμε φθάσει στη διασταύρωση της Λεωφόρου Στρατού με την Καυτανζόγλου μπροστά στο σπίτι μας και το ανοιγμένο μου μπουφάν έδειχνε ότι είχα ξεπεράσει και αυτή τη φορά το σοκ από το κρύο.
«Είσαι εντάξει, ή μήπως θέλεις να σε δει γιατρός;»
«Μια χαρά, Θωμά, ευχαριστώ».
«Μου χρωστάς όμως την ιστορία που υποσχέθηκες», με πρόλαβε, καθώς άνοιγα την πόρτα να κατεβώ.

Πιστεύω πως ξεχρεώθηκα στο Θωμά με αυτό το διήγημα.

Πρώτη δημοσίευση:
«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 20, 5.2007-11.2007

Ζεϊμπέκικο


Το βαρύ ζεϊμπέκικο του Ντίνου στο Καπηλειό του Νίκου Πλασταρά στην Πάνω Πόλη.

Ζεϊμπέκικο

"Τα Πέριξ", ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης στη Θεσσαλονίκη.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" (1974-1994)


Στα είκοσι χρόνια λειτουργίας της Μικρής Πινακοθήκης "Διαγώνιος", έγιναν 400 εκθέσεις και παρουσιάσθηκαν 300 καλλιτέχνες με 10.000 έργα. Η δική μου παρουσία, δύο ατομικές εκθέσεις (1985 & 1987)και συμμετοχή σε 66 ομαδικές. Ευγνωμονώ τον αείμνηστο Πάνο Παπανάκο, που μου έδειξε τον δρόμο αυτό, και φυσικά ευχαριστώ τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, που με δέχθηκε στη "Διαγώνιο" και με τιμά ακόμη με τη φιλία του.

Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" (1974-1994)


Με τον πίνακα αυτόν συμμετείχα για πρώτη φορά σε έκθεση ζωγραφικής (Ομαδική έκθεση στη Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος", 1977).

Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" (1974-1994)


Οι στενοί συνεργάτες-καλλιτέχνες της "Διαγωνίου" φωτογραφίζονται τη μέρα που έκλεινε η πινακοθήκη.

Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" (1974-1994)


Παίρνοντας συνέντευξη από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο όταν έκλεινε η "Διαγώνιος".

Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" (1974-1994)


Στη φωτογραφία, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με τους ζωγράφους Πάνο Παπανάκο και Στέλιο Μαυρομάτη κατά το ξεκίνημα της πινακοθήκης.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Το σπίτι (από το βιβλίο μου δεκαπέντε μικρών πεζών "Ο Λάκκος")

Προσπάθησα να αναρτήσω ένα σχόλιο περί Λαδάδικων, αλλά προφανώς λόγω μεγέθους ο server δεν το δέχθηκε. Θα ξαναπροσπαθήσω μαζεύοντάς το λίγο. Μέχρι τη νέα ανάρτηση, σας βάζω στο πνεύμα περί "σπιτιών" της εποχής με το πιο κάτω διήγημα:

Το σπίτι

Ο λάκκος είχε τρεις γέφυρες. Δυο θολωτές, μια στην οδό Νοσοκομείων, που ήταν η μεγαλύτερη, και μια στη λεωφόρο Στρατού. Η τρίτη, κιβωτιόσχημη ήταν στην οδό Βασιλέως Γεωργίου. Μεταξύ των δύο θολωτών, κάπου στο ύψος της οδού Ιωαννίνων, υπήρχε και μια τέταρτη, πέτρινη θολωτή, που δεν ήταν όμως σε χρήση, επειδή έφθανε μέχρι τη μέση της κοίτης του λάκκου. Προφανώς τα νερά που κατέβαζε ο λάκκος είχαν βρει πιο πρόσφορο για διάβρωση το έδαφος πλάι στη γέφυρα και την παρέκαμψαν. Μόλις κόπαζαν τα καλοκαιρινά μπουρίνια και λιγόστευε το νερό που κατέβαζε ο λάκκος, όλη η τσακαλοπαρέα της γειτονιάς αμολιόμασταν στο λάκκο και, ξεκινώντας από τη γέφυρα της οδού Νοσοκομείων, φτάναμε, περπατώντας κάτω από τις γέφυρες, μέχρι τη θάλασσα. Αρχικός μας σκοπός να ανιχνεύσουμε τι είχε κατεβάσει στο διάβα του το νερό της βροχής και να μαζέψουμε όσα από αυτά θα μας χρειάζονταν στα παιχνίδια μας. Δεύτερος λόγος της διαδρομής, να το ρίξουμε στο ψάρεμα σαν φθάναμε στη θάλασσα, επειδή τα ψάρια τσιμπούσαν μετά τη βροχή, ιδιαίτερα τα κεφαλόπουλα. Οι νάυλον πετονιές δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη. Μοναδικό μας εργαλείο αυτές που ετοιμάζαμε δένοντας κόμπους τις τρίχες από την ουρά του αλόγου του κυρ-Κώστα, του καρβουνιάρη, που πρόθυμα μας έδινε. Για αγκίστρι λυγισμένες καρφίτσες ή μυτερά σύρματα και δόλωμα ψωμοτύρι. Σπάνια είχαμε τη χαρά να πιάσουμε τα έξυπνα κεφαλόπουλα. Αρκούμασταν στις αθερίνες, που πολλές φορές τις γραπώναμε με τα χέρια καθώς ορμούσαν σωρηδόν πάνω στο ψωμοτύρι. Αργά το μεσημέρι, μπαϊλντισμένοι από τον ήλιο και την πείνα, παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, μέσα από την αλάνα της παλιάς ΄Εκθεσης, κάνοντας μακρόσυρτες στάσεις κάτω από τα λιγοστά δέντρα για ανάσα, αναμετρώντας τη λεία τόσο από το λάκκο όσο και από τη θάλασσα.

Η μεγαλύτερη στάση ήταν έξω από τον περίβολο μιας διώροφης μονοκατοικίας απέναντι από την ηλεκτρική εταιρεία, εκεί που σήμερα αρχίζει η νέα παραλιακή λεωφόρος. Σ΄αυτήν στεγάζονταν ένα από τα πιο ακριβά «σπίτια» της πόλης και προσπαθούσαμε να φαντασθούμε τι μπορούσε να συμβαίνει πίσω από τα μόνιμα κλειστά του παραθυρόφυλλα. Σ΄αυτό φρόντιζαν να μας βοηθούν οι μεγαλύτεροι κάνοντάς μας μια πρώτη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Πολλές φορές, στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου εμφανίζονταν κοπέλες. Άλλες κάπνιζαν και άλλες χτένιζαν τα ολόξανθα μαλλιά τους, απλώνοντάς τα στους ώμους για να τα δει ο ήλιος, με σηκωμένα τα φουστάνια πάνω από τα γόνατα. Η κίνηση από άνδρες στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στο «σπίτι», παρά την περασμένη ώρα, ήταν αρκετή. ΄Αλλοι έμπαιναν άνετα και άλλοι με βήμα ταχύ κοιτάζοντας γύρω μην τους πάρει κανένα γνωστό μάτι μέχρι να δρασκελίσουν την πόρτα του «σπιτιού».
«Οι πιο πολλοί πάνε στη Μυρσίνα», μας έλεγε ο Αρμένος, «είναι γύρω στα είκοσι με κοκκινόξανθα μαλλιά και σώμα σαν χορεύτρια. Να σαν αυτές που χαζεύουμε τα βράδια από τα ντουβάρια στο θέατρο της Τούλας Δράκου».
Η Μυρσίνα μας είχε γίνει πραγματικά φαντασίωση με τις διηγήσεις που και τα βράδια δεν σταματούσε να κάνει ο Αρμένος. ΄Ηταν πιο μεγάλος από μας και είχε πλήρη ενημέρωση ίσως από άλλους φίλους του που είχαν την ηλικία και μπορούσαν να επισκέπτονται το «σπίτι».

΄Ένα βράδυ, μετά από μια ατέλειωτη διήγηση του Αρμένου, πετάχτηκε ο Αυταράς.
«Σταμάτα τα ξέρω καλύτερα. Εγώ πήγα στη Μυρσίνα».
΄Ολοι μας τον κοιτάξαμε με δέος. ΄Ηταν γύρω στα δέκα επτά αλλά μεγαλόδειχνε και άνετα τον περνούσες για είκοσι ένα.
«Πήγες ε;», συνέχισε απτόητος ο Αρμένος., «όμως δεν σας είπα το κυριότερο. Η Μυρσίνα από την πολλή δουλειά κουβαλάει μια αρρώστια και όποιος πάει μαζί της την αρπάζει κι αυτός».
«Τι αρρώστια δηλαδή;», τον κοίταξε ανήσυχος ο Αυταράς.
«Να, το πουλί σου αρχίζει να στάζει, να πρήζεται και όταν κατουράς ουρλιάζεις από τους πόνους».
«Και την κολλάς αμέσως με την πρώτη φορά;», συνέχισε ανήσυχος ο Αυταράς.
«Μπορεί και με την πρώτη, αν αμέσως μετά δεν βάλεις κάποιο φάρμακο για να προλάβει το κακό».
«Δηλαδή;».
«Πότε πήγες εσύ;».
«Χθες μεσημέρι σαν γυρίσαμε από το ψάρεμα εγώ ξανακατηφόρισα και χώθηκα στο “σπίτι”. Τη γνώρισα αμέσως από αυτά που μας είχες πει. ΄Ηταν πολύ όμορφη και καθαρή».
«Αυτή η βρoμιά δεν φαίνεται είναι από μέσα».
«Προλαβαίνω να κάνω κάτι τώρα;».
«Σε τσούζει, σε πονάει;».
Ο Αυταράς έφερε το ένα χέρι ανάμεσα στα σκέλια.
«΄Όχι τίποτα».
«Αυτό είναι καλό».
«Προλαβαίνω;».
«Κάτι μπορεί να γίνει. ΄Εχετε οινόπνευμα στο σπίτι; Πάρε το μπουκάλι, άνοιξε το πουλί σου και χύσε μπόλικο, θα τα διώξει όλα».
Βολίδα ο Αυταράς χώθηκε στο σπίτι του απέναντι και σε λίγο εμφανίστηκε με το μπουκάλι στο χέρι. Κάθισε παράμερα στο ρείθρο του πεζοδρομίου και άρχισε να ψαχουλεύει με το ένα χέρι τα σκέλια του, ενώ με το άλλο κρατούσε ανοιχτό το μπουκάλι με το οινόπνευμα. Μετά χάσαμε τη συνέχεια, γιατί τα ουρλιαχτά του Αυταρά ξεσήκωσαν τον τόπο. Κρατώντας με το ένα χέρι τα σκέλια και με το άλλο ακόμη το μπουκάλι έτρεχε από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο, ανεβοκατέβαινε σκαλοπάτια, διπλωνόταν στα δύο μέχρι που πλάκωσαν όλοι οι γείτονες νομίζοντας ότι έγινε κάποιο φονικό, ώρα που ήταν έντεκα το βράδυ, και εξαφανίστηκε μέσα στο λάκκο και τα ουρλιαχτά του χάθηκαν.

Ο Αρμένος έκανε μέρες να φανεί στην παρέα. Ο Αυταράς έρχονταν αλλά μόνιμα με το ένα χέρι ψαχούλευε τα σκέλια του. Καλού κακού δεν πηγαίναμε και πολύ κοντά του για το φόβο των Ιουδαίων. Η καραντίνα κράτησε κανένα μήνα, γιατί, όπως διαπιστώσαμε από τη διάθεση του Αυταρά, που δεν ήταν τύπος υπομονετικός στις αρρώστιες και θα το’δειχνε, η αρρώστια δεν εκδηλώθηκε. Φαίνεται πως ή η Μυρσίνα ήταν εντάξει και η όλη ιστορία του Αρμένου ήταν από ζήλια, ή το ράντισμα με οινόπνευμα του πιο τρυφερού σημείου του Αυταρά έκανε κάποια δουλειά. Πάντως, μετά το γεγονός η Μυρσίνα έπαψε να έχει πρώτο ενδιαφέρον στις βραδινές μας ατέλειωτες συζητήσεις στα σκαλιά των σπιτιών στην οδό Περδίκα δίπλα στο λάκκο.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Λαδάδικα


"Το παλιό διώροφο μπορντέλο φτιασιδωμένο", τέμπερα, 12Χ16 εκ., 2008

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Μνήμη του ζωγράφου Πάνου Παπανάκου (1930-1999)


Ήρθε σπίτι μια μέρα του '76 με την ιδιότητα του γιατρού για να με εξετάσει.
Τελικά το βάρος της "εξέτασης" έπεσε σε μερικές ζωγραφιές μου, που είχα ακουμπισμένες στη βιβλιοθήκη. "Τις έκανα για να περνώ τις ώρες της κλεισούρας λόγω του κρυολογήματος", του είπα. "Να συνεχίσεις, έχεις το αισθητήριο του ζωγράφου. Θα σου πω πού να πας για να σου τις προβάλουν".
Και μου έδειξε τον δρομο για τη Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος", του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

"Ορμίσκος υπήνεμος"


Έργο Πάνου Παπανάκου, Τέμπερα, 31.5Χ30 εκ., 1978

"Άγιος Κήρυκος"


Έργο Πάνου Παπανάκου, τέμπερα, 8.5Χ9.5 εκ., 1978

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Τζακαράντες


1993, 18 Νοέμβρη…
Πρετόρια…Η μωβ ουράνια πολιτεία…όταν την αντίκρισα πίσω από τους λόφους για πρώτη φορά, φάνταζε σα σκηνικό παραμυθιού…Οι τζαγκαράντες ολάνθιστες με τα μισά τους μωβ ανθάκια να σχηματίζουν μαβί χαλί στους δρόμους και η ματιά να χάνεται σε ένα βιολετί ορίζοντα που βυθίζεται, αφού η πόλη είναι χτισμένη σε ένα τεράστιο οροπέδιο με υψόμετρο 1.700 μ. Πώς να μην αγαπήσεις λοιπόν μια πόλη που σε υποδέχεται με το μωβ της φόρεμα και κάθε Νοέμβρη σε αφήνει άναυδο με την ομορφιά της; Κι όταν ανακαλύπτεις ότι αυτό το μεγαλειώδες θέαμα έβλεπε και ο Γεώργιος Σεφέρης πριν από 50 χρόνια…από το παράθυρό του;


KERK STR.OOST, PRETORIA, TRANSVAAL

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
αδιάφορα όλα τ΄ άλλα, κι αυτό
το Βενουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
τους πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ΄ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μας περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε.

Και να σκεφτείς πως ξεκινήσαμε αποχαιρετώντας
με την καρδιά γεμάτη σκάγια
τον Ονοκρόταλο τον Πελεκάνο – αυτόν
που είχε ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού
στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου.

Γεώργιος Σεφέρης, Πρετόρια Οχτώβρης ΄41
(οι τελευταίοι στίχοι είναι αναφορά για όλη την εξόριστη κυβέρνηση που έδρευε στο Κάιρο)

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Τω Ουρανίω...


...πλάσματι, Θεσσαλονικέως αυτοεξορίστου χάριτι.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Παγκόσμιο Κύπελλο FIFA, Νότιος Αφρική 2010


Θα είμαστε εκεί. Μπράβο στα παιδιά!!!

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Πολυτεχνείο


ΖΕΙ;

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Αφιερωμένο στον Τόλη...


...για τα αυριανά του γενέθλια.

Ψηλά και όρθιοι όπως τότε, αρχές δεκαετίας '60, στην κορφή του Χολομώντα, σφίγγοντας στις ανηφόρες χέρια και δόντια, για ν'αντικρίσουμε τον ήλιο. Μαζί...

"ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΤΟΛΗ"



Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Εμπορική Τράπεζα


Την διάβαινα επί τριάντα χρόνια (1957-1987)

Εμπορική Τράπεζα


1986, με τον Πρόεδρο Ανδρέα Μπούμη στα εγκαίνια του περιπτέρου της Τράπεζας στη ΔΕΘ.

Ένας από τους καλύτερους Προέδρους της Τράπεζας, που την οργάνωσε και άλλαξε το προς τα έξω πρόσωπό της.

Εμπορική Τράπεζα


1985, με τους συνεργάτες μου στον Τομέα Διοικητικού

Εμπορική Τράπεζα


1984, με τον Δήμαρχο Θεοχάρη Μαναβή στα εγκαίνια του Καταστήματος Ευόσμου,

Από τους καλύτερους Δημάρχους της Θεσσαλονίκης, Ευπατρίδη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τον αποκαλούσαν. Στη μνήμη του, η σύζυγός του Μαρία χρηματοδότησε την ανέγερση Δημοτικού Σχολείου και Νηπιαγωγίου στην Κάτω Τούμπα.

Εμπορική Τράπεζα



(Πίσω: Ντίνος, Γιάννης, Μπάμπης. Μπροστά: Γιώργος, Κώστας, Κωβαίος-Δ/ντής, Σάκης)


Αρχές δεκαετίας '70, στην είσοδο του καταστήματος Δραγούμη, με έτοιμα δέματα για τα σύνορα.

Εμπορική Τράπεζα. Μνήμη Γιώργου Θεοδωρίδη


(Γιώργος, Ντίνος, Κάρμεν στην Τράπεζα, όταν έρχονταν τα ζώα)
Πολύ αγαπητός συνάδελφος και φίλος. Έφυγε το 2007...

Εμπορική Τράπεζα

Ήρθαν τα ζώα

Αρχές δεκαετίας του ΄60, οκτώ παρά δέκα, στο τμήμα εισαγωγών - πιστώσεων εξωτερικού το έλεγαν τότε - της Τράπεζας, αχνίζουν στο γκισέ καφέδες, τσάγια και τυλιγμένα σε χαρτί σάντουιτς, μόνιμη πρωινή μέριμνα του ασπρομάλλη καφετζή κυρ-Γιώργου κατά πάγιες παραγγελιές των υπαλλήλων, που ήδη έχουν αρχίσει να έρχονται στο τμήμα για δουλειά.

Ο Κώστας, πρώτος προϊστάμενος, βυθισμένος σε ανοιγμένους φακέλους σκαλίζει χαρτιά αλλά το μυαλό του ταξιδεύει στη γκόμενα της προηγούμενης βραδιάς που ως συνήθως δεν του κάθισε. Δίπλα ο Γιώργος, δεύτερος προϊστάμενος, με μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου παρά τη συννεφιασμένη μέρα, ένδειξη ότι είναι ξενύχτης και κατά πάγια τακτική σε αυτές τις περιπτώσεις έρχεται στην Τράπεζα κατευθείαν από το μπουζουκσίδικο. Φυσά με το τσιγάρο δαχτυλίδια πάνω από το γκισέ και σιγο-μουρμουρίζει το ρεφρέν από κάποιο λαϊκό άσμα που είναι του συρμού. Να σε λίγο και ο Ντίνος, άμεσος βοηθός του Γιώργου. Κατεβάζει τον καφέ από το γκισέ, ανάβει τσιγάρο και ρουφώντας αρχίζει να σχολιάζει μαζί του χαμηλόφωνα την αλλοπρόσαλλη διαιτησία του χθεσινοβραδινού αγώνα μπάσκετ και το «τι μαλάκας ρε παιδί μου» είναι η επωδός κάθε σχόλιου. Ο Κώστας σηκώνει από τα χαρτιά το κεφάλι, αγριοκοιτάζει προς το μέρος τους και με τον τραυλό τρόπο ομιλίας του σε έντονο ύφος τους κατακεραυνώνει «πααάλι για μεένα μιιιλάτε;». «Όχι ρε Κώστα», γυρνά ο Γιώργος, «πως σου ήρθε;» και εκείνος επιμένοντας «νααά γιατί ααάκουσα μαααλάκας». Δεν τολμά κανείς να γελάσει γιατί όλοι ξέρουν πως αντιδρά βίαια, όπως όταν τράβηξε ένα γερό ντιρέκτ στον Μίμη σε παρόμοια περίπτωση.

Ξαφνικά τα δύο φύλλα της ξύλινης με τετράγωνα τζαμάκια πάνε-έλα πόρτας του ορόφου ανοίγουν με θόρυβο ταυτόχρονα και εισβάλλουν τρεις αναψοκοκκινισμένες και χοντροκομμένες φάτσες με ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια αλαλάζοντας «ήρθαν τα ζώα, ήρθαν τα ζώα» και πετώντας τα χαρτιά πάνω από το γκισέ στο γραφείο του Κώστα «βαράτε τα μπορντερά να βγαίνουν οι άδειες». Η πρωινή ηρεμία στο τμήμα χάνεται, όλοι αρχίζουν να βγάζουν τα έντυπα, ξεσκεπάζουν τις νέας τεχνολογίας γραφομηχανές, προσφορά του Σχεδίου Μάρσαλ δείχνει το τυπωμένο στο πλάι τους σχετικό σήμα, περνούν καρμπόν και βάζουν βιαστικά τα έντυπα στους κυλίνδρους. Οι καθυστερημένοι βλέπουν τον αναβρασμό και απορούν «ήρθαν τα ζώα, ήρθαν τα ζώα» απαντούν οι άλλοι.

Η σαρανταπεντάρα Ιωάννα έχει έρθει νωρίς, αλλά από ώρα βρίσκεται στην τουαλέτα για πρωινό κους-κους με τη Μαρία και μια τελευταία καλλωπιστική πινελιά στο πρόσωπο. Παρά την ηλικία και το ευτραφές της είναι τραβηκτική, «προπολεμική φρεγάδα με τα όλα της», όπως θα καταγράψει μεταγενέστερο λαϊκό τραγούδι ανάλογη περίπτωση. Αυτό το χρησιμοποιεί με τον τρόπο της για να καλμάρει καταστάσεις όταν κάποιος πελάτης περνάει τα όρια υπομονής του Κώστα ή του Γιώργου και η ρήξη είναι προ των θυρών. Καταφθάνει τρέχοντας στο τμήμα, ενώ τα τροφαντά καπούλια της ανεβοκατεβαίνουν «καλέ πρωί-πρωί τι φασαρία είναι αυτή;» «ήρθαν τα ζώα Ιωάννα» της ψιθυρίζει ο Γιώργος. Με ένα παρατεταμένο «ααα» κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή της και αρχίζει να ετοιμάζει βιαστικά τα έντυπα.

Ο μονόφθαλμος, γυάλινο το ένα μάτι, επικεφαλής του τμήματος υποδιευθυντής κύριος Μαναρίδης φθάνει ασθμαίνοντας στο γκισέ του Κώστα και του Γιώργου «κύριε Μελισσά και κύριε Θεουλίδη ήρθαν τα ζώα, ελάτε γρήγορα στο γραφείο μου». Είναι καλοσυνάτος και για πολλοστή φορά θέλει να εξηγήσει και να τους μεταλαμπαδεύσει πως πρέπει να ενεργούν «όταν έρχονται τα ζώα». Τους εξηγεί ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια φορτώνονται τα προηγούμενα βράδια σε βαγόνια από τη Γιουγκοσλαβία και πρέπει, αμέσως μόλις έρθουν, να γίνουν αστραπιαία όλες οι συναλλαγματικές διαδικασίες για την εισαγωγή, να κτυπηθούν στη γραφομηχανή τα borderaux για το έμβασμα στους φορτωτές εξωτερικού μέσω Clearing, να δακτυλογραφηθούν οι άδειες εισαγωγής και χέρι-χέρι να πάνε στην Τράπεζα της Ελλάδος για θεώρηση από τον ελεγκτή, «παρατηρητή» τον λένε, ώστε σε χρόνο μηδέν να δοθούν στους ζωεμπόρους, που αλαφιασμένοι τις περιμένουν για να εκτελωνίσουν. Κάθε καθυστέρηση μπορεί να αποβεί μοιραία γιατί τα ζώα, διψασμένα και νηστικά, κινδυνεύουν να ψοφήσουν πριν φτάσουν στα σφαγεία. «Και κάτι άλλο, η Τράπεζα έχει μεγάλο όφελος από αυτές τις δουλειές, στη βιασύνη τους δεν βλέπουν το ποσοστό προμήθειας που τους χρεώνουμε».

Η ομάδα στο τμήμα είναι καταπληκτική και στην πλάκα και στη δουλειά, ακόμη και σε αυτή την εκνευριστική της εισαγωγής των ζώων. Ο Γιώργος, μόνιμος χωρατατζής, όταν περνά η φούρια, πιάνει στο ψιλό τους ζωεμπόρους, ιδιαίτερα τους διαδόχους γιους τους με τους οποίους έχει την ίδια ηλικία «ρε Σώτο όλο ζώα-ζώα, δες τη μούρη σου στον καθρέφτη, αρχίζεις να τα μοιάζεις, είσαι και θρεφτάρι».
Εκείνοι επειδή τον ξέρουν και τον θαυμάζουν που είναι πρώτο νούμερο στην ομάδα μπάσκετ του ΠΑΟΚ, δέχονται τα πειράγματα χωρίς παρεξήγηση, πολλές φορές μάλιστα τον προκαλούν.

Με τον καιρό ο εκνευρισμός τέτοια πρωινά, όταν ανοίγει η διπλή πάνε-έλα ξύλινη με τα τετράγωνα τζαμάκια πόρτα του ορόφου, παύει να αναστατώνει το τμήμα. Πριν προλάβουν οι ζωέμποροι, σηκώνεται πρώτος από τη θέση του ο Γιώργος και προσποιητά αλαφιασμένος φωνάζει με νόημα προς όλους στη διαπασών «παιδιά ήρθαν τα ζώα, βαράτε τα μπορντερά να βγαίνουν οι άδειες»


Πρώτες δημοσιεύσεις:
-«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 13, Μάιος 2003
-«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 196, 08.06.2003

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Μαυροσκούφης (1959-1961)


Alpha Στρατιώτης

Το τρένο έφθασε στην Κατερίνη νωρίς το πρωί. Από ώρα με τους γυλιούς στην πλάτη στριμωχνόμασταν στον προθάλαμο του βαγονιού και με το που σταμάτησε αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Γενάρης του ’60, ανήμερα του Αη-Γιάννη, ψιλόβροχο και υγρασία που περόνιαζαν τα κόκαλα, παρά τη χοντρή χειμερινή στολή και τη χλαίνη.

Ένας μονιμάς λοχίας, με πέτσινο πάνω από το χιτώνιο, μας παρέλαβε. «Δεκατρείς, γρουσούζικος αριθμός», ήταν η μόνη κουβέντα που άρθρωσε. Το REO διέσχισε την πλατεία, σκέτο λασποχώρι, με ελάχιστους να κυκλοφορούν και να τραβιούνται, μη και λερωθούν από τα νερά που πετούσε στο πέρασμά του το στρατιωτικό όχημα. Μετά μπήκε σε μια χωμάτινη ευθεία ανάμεσα σε χωράφια, έστριψε δεξιά και ανηφόρησε, μέχρι που φάνηκε μια πύλη. «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων», δέσποζε πάνω η επιγραφή με δυο κακοζωγραφισμένα άρματα στις άκρες. Ο Αλφαμίτης (Ασφάλεια Μονάδας) σήκωσε την μπάρα και κουνώντας το χέρι έδωσε το «ελευθέρας» στο αυτοκίνητο, που πέρασε χωρίς να κόψει, ενώ εκείνος ξοπίσω προσπαθούσε να δει τις νεόφερτες φάτσες. Γύρω το περιβάλλον άγριο, τρία μακρινάρια λαμαρινοσκέπαστα ξύλινα παραπήγματα, κολλητά τους σχεδόν ένα νεκροταφείο και απέναντι, σε ένα ισοπεδωμένο ύψωμα, αραδιασμένα άρματα και άλλα στρατιωτικά οχήματα

Χωρίς μιλιά κατεβήκαμε από το φορτηγό μπροστά σε ένα άλλο μικρότερο παράπηγμα με επιγραφή «Διοικητήριο». «Αλέκο, στους έφερα», φώναξε δυνατά ο μονιμάς και έφυγε, μαζί και η παγωμάρα που μας είχε μεταδώσει. Ξεσκούφωτο εμφανίστηκε στην πόρτα ένα καλόβολο στην όψη παλικάρι, χωρίς διακριτικά βαθμοφόρου. «Καλώς τους. Από πού έρχεστε;» «Aπό το ΚΕΤ», απαντήσαμε. «Αφήστε τα προσωπικά σας είδη και μπείτε ο ένας δίπλα στον άλλο, για να παρουσιαστείτε στον κ. Διοικητή. Χαιρετάτε, λέτε στρατιώτης τάδε, ειδικότητα, λαμβάνω την τιμή να παρουσιαστώ και να σας αναφέρω κ. Διοικητά ότι μετετέθην εκ του ΚΕΤ εις την Επιλαρχίαν Καταστροφέων Αρμάτων, διατάξτε». Επειδή ο κ. Διοικητής αργούσε, ο Αλέκος έπιασε μαζί μας κουβέντα «ποιοι από σας έχουν ειδικότητα γραφέα;». Είμαστε δύο. Μας πήρε μέσα «χρειαζόμαστε έναν για το Υπασπιστήριο και έναν για την Τεχνική Διαχείριση. Που εργαζόσασταν ως πολίτες;» «Σε τράπεζα», του είπα, «για τρία χρόνια». Ο άλλος σε μια εμπορική εταιρεία. «Εσένα, τραπεζικέ, θα σε κρατήσουμε μάλλον στο Υπασπιστήριο και εσένα θα σε βάλουμε στην Τεχνική Διαχείριση», είπε στον άλλο, «με την προϋπόθεση βέβαια ότι τα χαρτιά σας που θα έρθουν θα είναι εντάξει». Κατάλαβα τι εννοούσε παρά την παράλειψη της λέξης «εθνικώς» πριν την «εντάξει».

Όταν καταταχθήκαμε στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Κορίνθου ως υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί, Υ.Ε.Α. μας έλεγαν, η αγωνία μας ήταν να περάσουμε με επιτυχία δοκιμασίες σωματικές και πνευματικές, για να επιλεγούμε ως αξιωματικοί. Κανείς βέβαια δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι όλα αυτά ήταν μια τυπική διαδικασία, διότι εκείνο που τελικά μετρούσε ήταν το «μπάρμπα στην Κορώνη» και το «εθνικώς εντάξει». Εννιά από μας ντυθήκαμε τελευταίοι, επειδή μας είχαν επιφορτίσει να βοηθούμε στην κατάταξη, ταξινομώντας τα έγγραφα του καθενός που είχαν σταλεί από Στρατολογία και αστυνομικές αρχές.

Κατά τη διαδικασία είχαμε συνεννοηθεί μεταξύ μας, μόλις πέσουν στα χέρια μας τα χαρτιά κάποιου από μας, να τα δώσουμε στον ενδιαφερόμενο να δει τι περιείχαν. Μου έφερε ένας συνάδελφος το χαρτί που είχε στείλει για μένα το παράρτημα Εθνικής Ασφάλειας του Β΄ Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης. Το πήρα στα χέρια. Ένα μεγάλο κόκκινο «Α» μέσα σε κύκλο δέσποζε πάνω από την επικεφαλίδα. Άρχισα βιαστικά να το διαβάζω και ένιωσα ικανοποίηση που με χαρακτήριζαν «έντιμο, ηθικό κλπ». Όμως στη συνέχεια, υπογραμμισμένη με κόκκινο, υπήρχε η σημείωση « ο πατήρ του Ιωάννης δεν εψήφισεν εις τας εκλογάς του 1946».

Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός και το άφησα στη στοίβα μαζί με τα άλλα χαρτιά που με αφορούσαν. Φτάνοντας προς το τέλος των δοκιμασιών, με την επιλογή να είναι προ θυρών, και βλέποντας την αλληλογραφία που έφτανε σε συναδέλφους με αποστολείς στρατηγούς, υπουργούς, βουλευτές, υποπτεύθηκα ότι ίσως να μην έφθανε το «έντιμος και ηθικός», ούτε οι σωματικές και πνευματικές ασκήσεις που μάλλον είχα περάσει με επιτυχία. Ψύλλοι μπήκαν στα αυτιά μου και όταν, σε συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων, ένας επέμενε ότι οι μύωπες έπρεπε να ξεχάσουν ότι θα επιλεγούν ως αξιωματικοί.

Τότε θυμήθηκα τον πρώτο εξάδελφο του πατέρα, που ήταν υφυπουργός συγκοινωνιών στην κυβέρνηση της ΕΡΕ. Του στέλνω ένα σύντομο γράμμα παρακαλώντας τον να συνδράμει στην επιλογή μου. Καταχάρηκα, όταν σε λίγες μέρες πήρα στα χέρια μου ένα φάκελο που προέρχονταν από αυτόν. «Αγαπητέ μοι, παρακολουθώ το αίτημά σας και θα σας ενημερώσω συντόμως δια αισίαν έκβασιν».΄Ημουν βέβαιος ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Επειδή όμως αργούσε η «ενημέρωσις δια αισίαν έκβασιν», ξαναστέλνω δεύτερη επιστολή. Τυπικότατος ο κ. υφυπουργός μου απάντησε άμεσα: «Αγαπητέ μοι, μετέβην εις ΓΕΣ διά την υπόθεσίν σας, όμως επληροφορήθην ότι ανήκετε εις την κατηγορίαν «Α», δι’ ό και δεν δύναμαι να πράξω τι». Έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τίποτε. Εφόσον ήμουν «Α» τι το κακό. Το τι σήμαινε «Α» μου εξήγησε ένας συνάδελφος, που ο πατέρας του βρισκόταν πρόσφυγας στο «Παραπέτασμα». «Φίλε Ντίνο, εγώ σίγουρα δεν πρόκειται να επιλεγώ, διότι ο πατέρας μου βρίσκεται έξω, αλλά ούτε και εσύ, διότι σε θεωρούν υπό υποψία αριστερό, επειδή ο πατέρας σου δεν ψήφισε στις εκλογές του 1946».

Από τότε, όποτε ακούω τη λέξη «Άλφα», όπως “Alpha Bank”, “Alpha Τηλεόραση” και τα παρόμοια, μου έρχεται στο νου αυτή η παλιά ιστορία του στρατού. Ο «A» που δεν ήταν άλφα-άλφα και χρειαζόταν επιτήρηση και Αλφαμίτη.

Πρώτη δημοσίευση
«Η ΠΟΛΗ», τριμηνιαίο περιοδικό Δήμου Σταυρούπολης, 8ο τεύχος, Δεκέμβριος 2006
Δεύτερη δημοσίευση
«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, 21ο τεύχος, 11/2007-5/2008



Όμως δεν πέταξα πέρα τη στολή, όπως λέει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στο τραγούδι που ακολουθεί.
"Ήσουν καλός στρατιώτης, ούτε μια μέρα περιορισμό, γιατί δεν ζήτησες να σε αποχαρακτηρίσω;", μου είπε ο Ίλαρχος όταν πήγα να πάρω το απολυτήριο. "Μου φτάνει το 'καλός στρατιώτης' κύριε Ίλαρχε", και έφυγα...
Για να απολαύσετε το βίντεο, πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά.



Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Ο Νυχτόγατος


Κατά το Σαββατοκυριακάτικο διάλειμμα στα αυτοβιογραφικά, θα διανυκτερεύει ο Νυχτόγατος.

Άγνωστες οι δραστηριότητες του καθενός στις διανυκτερεύσεις του.

Για τις ενδιαφέρουσες δραστηριότητες του Νυχτόγατου μας ενημερώνει μελωδικά

ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου!



(Για να απολαύσετε το βίντεο, πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά)


Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Νόστος


Το βιβλίο αυτό του Τόλη Νικηφόρου ζωντάνεψε έντονα τις αναμνήσεις μας από το "Anatolia" και φούντωσε τη νοσταλγία μας.

Πέρα από τον συγγραφέα, άλλοι δύο συμμαθητές εμπλέκονται στν έκδοση: Ο Τάσος Σταϊκόπουλος (έφυγε πριν λίγα χρόνια), που σήκωσε το οικονομικό βάρος, και ο Ντίνος Παπασπύρου, που ζωγράφισε την εικόνα του εξωφύλλου. Η τάξη του '57 ήταν και είναι μια δεμένη τάξη. Η πρώτη μεταπολεμική τάξη με τον μεγαλύτερο αριθμό μαθητών, γύρω στους 120 (αγόρια+κορίτσια)!!!

Anatolia College Hymn

κάντε κλικ στο παρακάτω αρχείο ήχου για να ακούσετε τον ύμνο,
αφού πρώτα απενεργοποιήσετε τη μουσική του ιστολογίου, κάτω αριστερά στη σελίδα :

07_MORNING_COMETH.mp3

"Anatolia College", 1950-1957


"Anatolia", η καμπάνα του Macedonia Hall


Όταν μας καλούσε...

"Anatolia", η τάξη του '57 (κορίτσια) το 1952


"Anatolia", η τάξη του '57 (αγόρια) το 1952


"Anatolia", reunion 08.06.2007


Πενήντα χρόνια μετά...

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Μνήμη γονέων μου


Η οικογένεια το 1946


Η μικρή αδελφή μου Χριστίνα δεν είχε ακόμη γεννηθεί.