Μπορεί η Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" να έκλεισε εδώ και χρόνια, όμως στενοί συνεργάτες της ανταμώνουν κάθε δεύτερη Τρίτη στον ζεστό χώρο του ιστορικού "Ντορέ". Ατέλειωτες συζητήσεις περί εικαστικών, ποίησης, λογοτεχνίας και άλλων. Πέντε με δέκα φίλοι κάθε φορά, με σταθερή παρουσία του Ντίνου Χριστιανόπουλου που, παρά την ηλικία και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε πριν λίγα χρόνια, δεν το βάζει κάτω.
Μια αξέχαστη μεταμεσονύχτια βόλτα στον Θερμαϊκό με το "Σοφία Σταρ" μετά την τιμητική εκδήλωση που του έγινε στον ΙΑΝΟ 13.03.1998.Περισσότερα μπορείτε να δείτε στο google (Σοφία Σταρ).
Να μια ιστορική φωτογραφία, που το πρωτότυπό της μου δάνεισε φίλος συλλέκτης για να την αντιγράψω. Από τα χαρακτηριστικά του Τσιτσάνη (τα συγκρίνω με φωτογραφία του στο λεύκωμα «Ρεμπέτικα Τραγούδια», έκδοση Κέδρος, του Ηλία Πετρόπουλου, σελ. 529), ανάγεται στο 1952. Είναι μάλλον επιχρωματισμένη και στις τέσσερις γωνιές του πρωτοτύπου υπάρχουν τρυπήματα. Προφανώς τοποθετούνταν με πινέζες στην προθήκη του μαγαζιού, όπου τραγουδούσε η κομπανία, για διαφήμιση του προγράμματος. Ο φίλος μου επιβεβαίωσε τέσσερις από τους εικονιζόμενους: Βασίλης Τσιτσάνης, δίπλα του ο Γιάννης Παπαϊωάννου και παραδίπλα η Μαρίκα Νίνου. Πίσω από τον Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης (οι άλλοι τρεις είναι άγνωστοι). Επίσης, κατά τη γνώμη του, το μαγαζί είναι η Ταβέρνα του Χοντρού. Αυτό μάλλον επιβεβαιώνεται και από το βιντεάκι, όπου φαίνεται η λουλουδένια διακόσμηση πάνω από το πάλκο, όπως και στη φωτογραφία.
Επειδή περί Τσιτσάνη ο λόγος, ζωντανά τον άκουσα στο Καλαμάκι της Θεσσαλονίκης το 1959, όπου τραγουδούσε με τη Σεβάς-χανούμ (Σεβαστή), μια μέρα πριν κατηφορίσω προς Κόρινθο για να καταταγώ στον στρατό. Πραγματική μυσταγωγία. Αν ακουγόταν χτύπος πηρουνιού, σταματούσε, κοίταζε άγρια τον δράστη και ξανάρχιζε όταν επικρατούσε πάλι απόλυτη ησυχία. Αξίζει να αναφέρω και μια άλλη προσωπική εμπειρία: Τέλος της δεκαετίας του ’40 (1948-1949), δεκάχρονος τότε εγώ, έκανε συχνά τα βράδια επέλαση στο σπίτι μας, από την Πάνω Πόλη όπου έμενε, ένας μικροανεψιός της μητέρας μου. Παντρεμένος από τα δεκάξι του με έξι παιδιά, πέντε αγόρια και ένα κορίτσι, το στερνοπούλι. Η επέλαση γίνονταν με κουρσάρα. Μέσα, αυτός, η γυναίκα του, τα τρία μικρότερα από τα έξι παιδιά, το γραμμόφωνο και δίσκοι εβδομηνταοκτώ στροφών με ρεμπέτικες επιτυχίες, πιο πολλές του Τσιτσάνη. Μαζί, σακκούλες με τρόφιμα για μεζέδες της στιγμής και μπουκάλια ούζο. «Γιάννη», έλεγε στον πατέρα μου, που ήταν μάγειρας, «φτιάξε εσύ τους μεζέδες μέχρι να φτιαχτούμε εμείς με τον Τσιτσάνη». Έβγαζε καλά λεφτά (είχε μπακάλικο στο Καπάνι), άλλά τίποτα δεν του έμενε με τη ρεμπέτικη ζωή που έκανε, χωρίς όμως να αφήνει την πολυμελή οικογένειά του να πεινάει. Βοήθησε και μας στις δύσκολες μέρες της κατοχής που τα τρόφιμα σπάνιζαν. Κάθε βράδυ στα ρεμπετάδικα της εποχής και «όλα τα ωραία μέχρι το πρωί». Κλασικός τύπος ρεμπέτη, μπεσαλής, ανοιχτόκαρδος και χωρατατζής. Την εγκυμοσύνη της γυναίκας του μας ανάγγελνε κάθε φορά παραφράζοντας το γνωστό εκκλησιαστικό τροπάριο: «Ο άγγελος εβόα τη κεχαριτωμένη του Βάνγκου η γυναίκα είναι πάλι γκαστρωμένη».
Περιέχει 15 μικρά πεζά που, μέσα από τα ανέμελα παιδικά παιχνίδια σε μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης, αυτή στην αρχή της Λεωφόρου Στρατού, ουσιαστικά διατρέχουν περί τις έξι δεκαετίες, από τη γερμανική κατοχή μέχρι το 1999, πραγματοποιώντας καθ' οδόν, σύμφωνα με τον υπότιτλο του βιβλίου, διάφορες "διαδρομές και στάσεις".(Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, 2000)
Περιέχει 7 μικρά πεζά, που δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες την περίοδο 2002-2008.
Πρωτοτυπία, τα διηγήματα συνοδεύονται με ζωγραφιές, σχετικές με το θέμα, έργα του συγγραφέα.
(Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε τον Ιανουάριο 2010 σε 150 αντίτυπα από την LK Digital Printing για λογαριασμό του συγγραφέα).