Frutti di mare
Ιδιαίτερη η αδυναμία μας στα θαλασσινά, σε όλες τις μαγειρικές εκδοχές, αλλά για διαφόρους λόγους δεν μπορούμε να τα απολαύσουμε καθημερινές παρά μόνο Σαββατοκύριακα. Γι’ αυτό το «θα πας για ψάρια αύριο» της Ελένης, με έκφραση παρακλητική και τόνο προστακτικό, είναι η τελευταία της κουβέντα κάθε Παρασκευή βράδυ. Το να πάω ένας λόγος, επειδή το ψαράδικο βρίσκεται μακριά μας και πρέπει έτσι να στερηθώ τον γλυκό πρωινό ύπνο του Σαββάτου και το κατά βούληση τέντωμα στο κρεβάτι.
Για διαφορετικές αιτίες τα τελευταία δέκα χρόνια αλλάξαμε τρία ψαράδικα στη γειτονιά. Ανώδυνος ο λόγος που ξεκόψαμε απ’ το πρώτο. Παραγγείλαμε πρωί τηλεφωνικά μια ποικιλία για βραδινό ψαρο-φαγοπότι φίλων στο σπίτι, αλλά το μεσημέρι όταν πήγαμε να τα πάρουμε, με χίλια συγγνώμη ο ψαράς δικαιολογήθηκε ότι ξέχασε να τα κρατήσει και μας άφησε αμανάτι. Από το δεύτερο, όταν ένα πρωί πήρα δυο κιλά γλώσσες, που μόλις άρχισε να καθαρίζει η Ελένη τις πέταξε στα μούτρα μου γιατί βρωμούσαν. Το ίδιο έκανα κι εγώ στον ψαρά, που σαν βρεγμένη γάτα μου πρότεινε με παρακάλια άλλα ψάρια, φρέσκα κατά τα λεγόμενά του, και σαν εξιλαστήριο καπέλο χάρισμα τέσσερις μεγάλες ζωντανές καραβίδες. Με το τρίτο τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Σάββατο πριν την Καθαρή Δευτέρα περνούσαμε έξω από το ψαράδικο της κυρά-Μάρθας. Στο μάτι μου έπεσαν τα λαχταριστά κυδώνια που είχε για κράχτη σε πρώτη γραμμή στην προθήκη, μέρα που ξημέρωνε. «Παίρνουμε λίγα», ρωτάω την Ελένη, «άσε, τόσα λέγονται τελευταία για τα οστρακοειδή».
Όμως ο λόγος της δεν φαίνονταν και τόσο πειστικός. Θυμάμαι με πόση βουλιμία απολάμβανε τα στρείδια, τις καλόγνωμες, τις γυαλιστερές, τα κυδώνια, που έφερνα κάθε χρόνο παραμονές Καθαρής Δευτέρας όταν εργαζόμουν στην τράπεζα, καθιερωμένη προσφορά ενός χονδρέμπορου πελάτη, εξαγωγέα του είδους, ως αντίδωρο για την γρήγορη εξυπηρέτηση που του κάναμε όλο το χρόνο. Το τσουβάλι με το περιεχόμενο έφθανε στο τμήμα νωρίς το πρωί. Πού όμως υπομονή μέχρι το μεσημέρι, μετά τη μοιρασιά, να τα πάμε σπίτι για να τα απολαύσουμε. Κάμναμε μια επιλογή και με ένα χαρτονένιο δίσκο την κατεβάζαμε στο υπόγειο. Συγχρόνως ειδοποιούσαμε τον ασπρομάλλη καφετζή «κυρ-Γιώργο πέντε φάρμακα με λεμόνια». Αϊτός ο καφετζής σε λίγο κατέφθανε με πέντε φλιτζάνια σκεπασμένα πάνω με πιατάκια, για να μη γίνεται αντιληπτό από τους πέριξ το περιεχόμενο, που αντί για τσάι ήταν τσίπουρο και γύρω λεμόνι φέτες. Ένας, ένας με τη σειρά κατεβαίναμε στο υπόγειο και η πανδαισία τελείωνε αφού άδειαζε ο δίσκος.
«Μάγκες, καλά φάγαμε και ήπιαμε μα προσοχή από δω και πέρα στα λάθη», έλεγα στους τέσσερις υφισταμένους μου. Ήμασταν το τμήμα συναλλάγματος και ως επί το πλείστον συναλλασσόμασταν με ξένους, έτσι και γινόταν λάθος, άντε να τους βρεις. Κύριοι όμως όπως πάντα όλοι, το μεσημέρι η συμφωνία ταμείου ήταν στον πόντο. Λένε ότι το οινόπνευμα σε μικρές ποσότητες ερεθίζει τα εγκεφαλικά κύτταρα και σε κρατάει σε εγρήγορση, εκτός βέβαια αν είναι να οδηγήσεις, οπότε έχεις πρόβλημα αντανακλαστικών. Ο διευθυντής μάθαινε από καλοθελητές για την άφιξη του τσουβαλιού, όχι βέβαια και για το τσιμπούσι γιατί το κάμναμε συνωμοτικά. Ήταν λιμάρης αλλά από την άλλη φοβόταν τα οστρακοειδή. Έρχονταν στο γκισέ, έσκυβε κοίταζε το τσουβάλι και ρωτούσε «είναι καλά;» «εγγυημένα κύριε διευθυντά, κάθε χρόνο μας τα φέρνει ο κύριος Αργοστόλου και ποτέ δεν είχαμε κανένα μεθεόρτιο». Έφευγε και ξανάρχονταν πολλές φορές και κατά το μεσημέρι έπαιρνε την μεγάλη απόφαση «άντε βάλτε και μένα λίγα σε μια σακούλα».
Βοήθησε όμως και η ψαρού με το «είναι φρεσκότατα», πελάτες καλοί εξάλλου ήμασταν γιατί να μας πει ψέματα, έσπασε η αντίστασή μου. «Άντε βάλε ένα κιλό». Πού όμως υπομονή μέχρι την Καθαρή Δευτέρα. Το ίδιο μεσημέρι τα τιμήσαμε δεόντως. Η Ελένη τα άνοιγε με σβελτάδα, εγώ δεν τα κατάφερνα, λεμόνι και ρούφηγμα με θόρυβο μέχρι και την τελευταία σταγόνα από το κέλυφος, τσίπουρο από πάνω, ελιές, ταραμοσαλάτα, τζατζίκι και άλλα παραδοσιακά που είχαμε ετοιμάσει για τη μέρα που έρχονταν και μετά ναρκωμένοι βόες. Το λεμόνι και το τσίπουρο είναι απαραίτητα με τα όστρακα, μου έλεγε φίλος καλοφαγάς ειδικός από πείρα στα γαστρονομικά. Πάντα έχουν μέσα κάποια βακτηρίδια και ο μόνος τρόπος να τα αντιμετωπίσεις για να μην έχεις πρόβλημα μετά είναι το λεμόνι και το οινόπνευμα, τσίπουρο ή ούζο.
Το βράδυ είχαμε κανονίσει έξοδο με φίλους στο καπηλειό του Νίκου Πλασταρά στην πάνω πόλη να ακούσουμε ρεμπέτικα. Παρά το πεντάωρο που πέρασε από το μεσημεριανό -τι μεσημεριανό πέντε το απόγευμα τελειώσαμε το λουκούλλειο γεύμα- όταν φθάσαμε στην ταβέρνα και ήρθε ο φίλος το γκαρσόνι για παραγγελία λέγοντας «ακούω», γυρνάω και του λέω, «γίνεται να πληρώσουμε και να μη φάμε;». Γέλασε και πήρε την παραγγελία μια πιατέλα με ποικιλία κρεατικών, σαλάτες με μπόλικη ρόκα, που κάνει καλό στη χώνεψη, και δυο μισόκιλα ρετσίνα χύμα. Φτιαχτήκαμε και σεγκοντάραμε το Νίκο στα παλιά ρεμπέτικα, απολαμβάνοντας τις γλυκές πενιές του Γιάννη του μπουζουξή.
Όμως κάτι από μέσα μου δεν πήγαινε καλά. Γουργουρητά και ελαφρύς πόνος στην κοιλιά με μικρή τάση για εμετό. Οι δυο σουρωτές που κατέβασα δεν βοήθησαν. Η κατάσταση χειροτέρεψε κατά τις δύο όταν αποχαιρετούσαμε τον Γιάννη και το Νίκο, που ακόμη τραγουδούσε και με τα χέρια απορημένος ρωτούσε γιατί τόσο νωρίς. Πάντα όταν πηγαίναμε συνηθίζαμε να παίρνουμε τα κλειδιά. «Θωμά», λέω στον φίλο που οδηγούσε, «τρέχα και κόψε όσο δρόμο μπορείς για την Καυτανζόγλου γιατί θα αφήσω στο αυτοκίνητο αυτά που φάγαμε το μεσημέρι». Μόλις που πρόλαβα να περάσω την εξώπορτα και πέταξα μια περιποιημένη ρουκέτα στη λεκάνη. Συγχρόνως ένιωθα κάτι να φεύγει από κάτω μου. Κάθομαι στη λεκάνη, σκέτο νερό. «Κι εγώ δεν αισθάνομαι καλά» λέει η Ελένη «λες να ανακατεύθηκα από σένα;». Να σε λίγο ρουκέτες και η Ελένη και μαλώματα ποιος θα πάρει σειρά στη λεκάνη για τα παρελκόμενα. Έτσι πήγε όλο το βράδυ και η άλλη μέρα, ανεβάσαμε και πυρετό γύρω στους τριάντα οκτώ. Διερωτόμασταν τι να μας πείραξε. Στον Πλασταρά εκτός από σαλάτα δεν είχαμε φάει τίποτε άλλο. Λες τα κυδώνια; Καταλήξαμε ότι μάλλον αυτά ήταν η αιτία.
Μετά από μέρες συνάντησα τον Παναγιώτη που έμενε παραδίπλα και ψώνιζε κι αυτός από το ίδιο ψαράδικο. «Τι γίνεται ρε Παναγιώτη, πώς περάσατε την Καθαρή Δευτέρα;». Κούνησε το κεφάλι «πάθαμε μεγάλη πλάκα από τα οστρακοειδή της κυρά-Μάρθας, τι να στα λέω καταλαβαίνεις εμετούς, διάρροιες, πυρετό». Επιβεβαιώθηκε η αιτία. Ο καλοφαγάς φίλος, που του εξιστόρησα το περιστατικό, μου εξήγησε ότι τα οστρακοειδή που φάγαμε ήταν ψόφια από μέρες γιατί τα αποθηκεύουν πολύ πριν τις παραμονές της Καθαρής Δευτέρας που υπάρχει ζήτηση. Δεν το έλεγε ο χριστιανός όταν μου συνιστούσε λεμόνι και τσίπουρο ότι αυτά ισχύουν για περιόδους εκτός Καθαρής Δευτέρας και λοιπών νηστειών!
Έτσι πήγε περίπατο και η κυρά Μάρθα. Από τότε ψάρια μόνο από το «Κοράλι», ένα ψαράδικο στον πεζόδρομο της Καλαμαριάς, αρκετά μακριά μας, αλλά με φρέσκο ψάρι από μπεσαλή ψαρά. Μου το σύστησε ανεπιφύλακτα ο Μάρκος, που φουντάρει το σκάφος του στη μαρίνα της Καλαμαριάς, γνώστης της περιοχής και ψαρολάγνος. Για φρέσκα ψάρια λοιπόν «Κοράλλι», με ένα ή με δύο λάμδα, κάθε Σάββατο πρωί, μέχρι νεωτέρας βέβαια.
Πρώτη δημοσίευση:
«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 183, 09.03.2003
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (που έχουν εκδοθεί). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (που έχουν εκδοθεί). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
Το σπίτι (από το βιβλίο μου δεκαπέντε μικρών πεζών "Ο Λάκκος")
Προσπάθησα να αναρτήσω ένα σχόλιο περί Λαδάδικων, αλλά προφανώς λόγω μεγέθους ο server δεν το δέχθηκε. Θα ξαναπροσπαθήσω μαζεύοντάς το λίγο. Μέχρι τη νέα ανάρτηση, σας βάζω στο πνεύμα περί "σπιτιών" της εποχής με το πιο κάτω διήγημα:
Το σπίτι
Ο λάκκος είχε τρεις γέφυρες. Δυο θολωτές, μια στην οδό Νοσοκομείων, που ήταν η μεγαλύτερη, και μια στη λεωφόρο Στρατού. Η τρίτη, κιβωτιόσχημη ήταν στην οδό Βασιλέως Γεωργίου. Μεταξύ των δύο θολωτών, κάπου στο ύψος της οδού Ιωαννίνων, υπήρχε και μια τέταρτη, πέτρινη θολωτή, που δεν ήταν όμως σε χρήση, επειδή έφθανε μέχρι τη μέση της κοίτης του λάκκου. Προφανώς τα νερά που κατέβαζε ο λάκκος είχαν βρει πιο πρόσφορο για διάβρωση το έδαφος πλάι στη γέφυρα και την παρέκαμψαν. Μόλις κόπαζαν τα καλοκαιρινά μπουρίνια και λιγόστευε το νερό που κατέβαζε ο λάκκος, όλη η τσακαλοπαρέα της γειτονιάς αμολιόμασταν στο λάκκο και, ξεκινώντας από τη γέφυρα της οδού Νοσοκομείων, φτάναμε, περπατώντας κάτω από τις γέφυρες, μέχρι τη θάλασσα. Αρχικός μας σκοπός να ανιχνεύσουμε τι είχε κατεβάσει στο διάβα του το νερό της βροχής και να μαζέψουμε όσα από αυτά θα μας χρειάζονταν στα παιχνίδια μας. Δεύτερος λόγος της διαδρομής, να το ρίξουμε στο ψάρεμα σαν φθάναμε στη θάλασσα, επειδή τα ψάρια τσιμπούσαν μετά τη βροχή, ιδιαίτερα τα κεφαλόπουλα. Οι νάυλον πετονιές δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη. Μοναδικό μας εργαλείο αυτές που ετοιμάζαμε δένοντας κόμπους τις τρίχες από την ουρά του αλόγου του κυρ-Κώστα, του καρβουνιάρη, που πρόθυμα μας έδινε. Για αγκίστρι λυγισμένες καρφίτσες ή μυτερά σύρματα και δόλωμα ψωμοτύρι. Σπάνια είχαμε τη χαρά να πιάσουμε τα έξυπνα κεφαλόπουλα. Αρκούμασταν στις αθερίνες, που πολλές φορές τις γραπώναμε με τα χέρια καθώς ορμούσαν σωρηδόν πάνω στο ψωμοτύρι. Αργά το μεσημέρι, μπαϊλντισμένοι από τον ήλιο και την πείνα, παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, μέσα από την αλάνα της παλιάς ΄Εκθεσης, κάνοντας μακρόσυρτες στάσεις κάτω από τα λιγοστά δέντρα για ανάσα, αναμετρώντας τη λεία τόσο από το λάκκο όσο και από τη θάλασσα.
Η μεγαλύτερη στάση ήταν έξω από τον περίβολο μιας διώροφης μονοκατοικίας απέναντι από την ηλεκτρική εταιρεία, εκεί που σήμερα αρχίζει η νέα παραλιακή λεωφόρος. Σ΄αυτήν στεγάζονταν ένα από τα πιο ακριβά «σπίτια» της πόλης και προσπαθούσαμε να φαντασθούμε τι μπορούσε να συμβαίνει πίσω από τα μόνιμα κλειστά του παραθυρόφυλλα. Σ΄αυτό φρόντιζαν να μας βοηθούν οι μεγαλύτεροι κάνοντάς μας μια πρώτη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Πολλές φορές, στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου εμφανίζονταν κοπέλες. Άλλες κάπνιζαν και άλλες χτένιζαν τα ολόξανθα μαλλιά τους, απλώνοντάς τα στους ώμους για να τα δει ο ήλιος, με σηκωμένα τα φουστάνια πάνω από τα γόνατα. Η κίνηση από άνδρες στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στο «σπίτι», παρά την περασμένη ώρα, ήταν αρκετή. ΄Αλλοι έμπαιναν άνετα και άλλοι με βήμα ταχύ κοιτάζοντας γύρω μην τους πάρει κανένα γνωστό μάτι μέχρι να δρασκελίσουν την πόρτα του «σπιτιού».
«Οι πιο πολλοί πάνε στη Μυρσίνα», μας έλεγε ο Αρμένος, «είναι γύρω στα είκοσι με κοκκινόξανθα μαλλιά και σώμα σαν χορεύτρια. Να σαν αυτές που χαζεύουμε τα βράδια από τα ντουβάρια στο θέατρο της Τούλας Δράκου».
Η Μυρσίνα μας είχε γίνει πραγματικά φαντασίωση με τις διηγήσεις που και τα βράδια δεν σταματούσε να κάνει ο Αρμένος. ΄Ηταν πιο μεγάλος από μας και είχε πλήρη ενημέρωση ίσως από άλλους φίλους του που είχαν την ηλικία και μπορούσαν να επισκέπτονται το «σπίτι».
΄Ένα βράδυ, μετά από μια ατέλειωτη διήγηση του Αρμένου, πετάχτηκε ο Αυταράς.
«Σταμάτα τα ξέρω καλύτερα. Εγώ πήγα στη Μυρσίνα».
΄Ολοι μας τον κοιτάξαμε με δέος. ΄Ηταν γύρω στα δέκα επτά αλλά μεγαλόδειχνε και άνετα τον περνούσες για είκοσι ένα.
«Πήγες ε;», συνέχισε απτόητος ο Αρμένος., «όμως δεν σας είπα το κυριότερο. Η Μυρσίνα από την πολλή δουλειά κουβαλάει μια αρρώστια και όποιος πάει μαζί της την αρπάζει κι αυτός».
«Τι αρρώστια δηλαδή;», τον κοίταξε ανήσυχος ο Αυταράς.
«Να, το πουλί σου αρχίζει να στάζει, να πρήζεται και όταν κατουράς ουρλιάζεις από τους πόνους».
«Και την κολλάς αμέσως με την πρώτη φορά;», συνέχισε ανήσυχος ο Αυταράς.
«Μπορεί και με την πρώτη, αν αμέσως μετά δεν βάλεις κάποιο φάρμακο για να προλάβει το κακό».
«Δηλαδή;».
«Πότε πήγες εσύ;».
«Χθες μεσημέρι σαν γυρίσαμε από το ψάρεμα εγώ ξανακατηφόρισα και χώθηκα στο “σπίτι”. Τη γνώρισα αμέσως από αυτά που μας είχες πει. ΄Ηταν πολύ όμορφη και καθαρή».
«Αυτή η βρoμιά δεν φαίνεται είναι από μέσα».
«Προλαβαίνω να κάνω κάτι τώρα;».
«Σε τσούζει, σε πονάει;».
Ο Αυταράς έφερε το ένα χέρι ανάμεσα στα σκέλια.
«΄Όχι τίποτα».
«Αυτό είναι καλό».
«Προλαβαίνω;».
«Κάτι μπορεί να γίνει. ΄Εχετε οινόπνευμα στο σπίτι; Πάρε το μπουκάλι, άνοιξε το πουλί σου και χύσε μπόλικο, θα τα διώξει όλα».
Βολίδα ο Αυταράς χώθηκε στο σπίτι του απέναντι και σε λίγο εμφανίστηκε με το μπουκάλι στο χέρι. Κάθισε παράμερα στο ρείθρο του πεζοδρομίου και άρχισε να ψαχουλεύει με το ένα χέρι τα σκέλια του, ενώ με το άλλο κρατούσε ανοιχτό το μπουκάλι με το οινόπνευμα. Μετά χάσαμε τη συνέχεια, γιατί τα ουρλιαχτά του Αυταρά ξεσήκωσαν τον τόπο. Κρατώντας με το ένα χέρι τα σκέλια και με το άλλο ακόμη το μπουκάλι έτρεχε από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο, ανεβοκατέβαινε σκαλοπάτια, διπλωνόταν στα δύο μέχρι που πλάκωσαν όλοι οι γείτονες νομίζοντας ότι έγινε κάποιο φονικό, ώρα που ήταν έντεκα το βράδυ, και εξαφανίστηκε μέσα στο λάκκο και τα ουρλιαχτά του χάθηκαν.
Ο Αρμένος έκανε μέρες να φανεί στην παρέα. Ο Αυταράς έρχονταν αλλά μόνιμα με το ένα χέρι ψαχούλευε τα σκέλια του. Καλού κακού δεν πηγαίναμε και πολύ κοντά του για το φόβο των Ιουδαίων. Η καραντίνα κράτησε κανένα μήνα, γιατί, όπως διαπιστώσαμε από τη διάθεση του Αυταρά, που δεν ήταν τύπος υπομονετικός στις αρρώστιες και θα το’δειχνε, η αρρώστια δεν εκδηλώθηκε. Φαίνεται πως ή η Μυρσίνα ήταν εντάξει και η όλη ιστορία του Αρμένου ήταν από ζήλια, ή το ράντισμα με οινόπνευμα του πιο τρυφερού σημείου του Αυταρά έκανε κάποια δουλειά. Πάντως, μετά το γεγονός η Μυρσίνα έπαψε να έχει πρώτο ενδιαφέρον στις βραδινές μας ατέλειωτες συζητήσεις στα σκαλιά των σπιτιών στην οδό Περδίκα δίπλα στο λάκκο.
Το σπίτι
Ο λάκκος είχε τρεις γέφυρες. Δυο θολωτές, μια στην οδό Νοσοκομείων, που ήταν η μεγαλύτερη, και μια στη λεωφόρο Στρατού. Η τρίτη, κιβωτιόσχημη ήταν στην οδό Βασιλέως Γεωργίου. Μεταξύ των δύο θολωτών, κάπου στο ύψος της οδού Ιωαννίνων, υπήρχε και μια τέταρτη, πέτρινη θολωτή, που δεν ήταν όμως σε χρήση, επειδή έφθανε μέχρι τη μέση της κοίτης του λάκκου. Προφανώς τα νερά που κατέβαζε ο λάκκος είχαν βρει πιο πρόσφορο για διάβρωση το έδαφος πλάι στη γέφυρα και την παρέκαμψαν. Μόλις κόπαζαν τα καλοκαιρινά μπουρίνια και λιγόστευε το νερό που κατέβαζε ο λάκκος, όλη η τσακαλοπαρέα της γειτονιάς αμολιόμασταν στο λάκκο και, ξεκινώντας από τη γέφυρα της οδού Νοσοκομείων, φτάναμε, περπατώντας κάτω από τις γέφυρες, μέχρι τη θάλασσα. Αρχικός μας σκοπός να ανιχνεύσουμε τι είχε κατεβάσει στο διάβα του το νερό της βροχής και να μαζέψουμε όσα από αυτά θα μας χρειάζονταν στα παιχνίδια μας. Δεύτερος λόγος της διαδρομής, να το ρίξουμε στο ψάρεμα σαν φθάναμε στη θάλασσα, επειδή τα ψάρια τσιμπούσαν μετά τη βροχή, ιδιαίτερα τα κεφαλόπουλα. Οι νάυλον πετονιές δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη. Μοναδικό μας εργαλείο αυτές που ετοιμάζαμε δένοντας κόμπους τις τρίχες από την ουρά του αλόγου του κυρ-Κώστα, του καρβουνιάρη, που πρόθυμα μας έδινε. Για αγκίστρι λυγισμένες καρφίτσες ή μυτερά σύρματα και δόλωμα ψωμοτύρι. Σπάνια είχαμε τη χαρά να πιάσουμε τα έξυπνα κεφαλόπουλα. Αρκούμασταν στις αθερίνες, που πολλές φορές τις γραπώναμε με τα χέρια καθώς ορμούσαν σωρηδόν πάνω στο ψωμοτύρι. Αργά το μεσημέρι, μπαϊλντισμένοι από τον ήλιο και την πείνα, παίρναμε το δρόμο της επιστροφής, μέσα από την αλάνα της παλιάς ΄Εκθεσης, κάνοντας μακρόσυρτες στάσεις κάτω από τα λιγοστά δέντρα για ανάσα, αναμετρώντας τη λεία τόσο από το λάκκο όσο και από τη θάλασσα.
Η μεγαλύτερη στάση ήταν έξω από τον περίβολο μιας διώροφης μονοκατοικίας απέναντι από την ηλεκτρική εταιρεία, εκεί που σήμερα αρχίζει η νέα παραλιακή λεωφόρος. Σ΄αυτήν στεγάζονταν ένα από τα πιο ακριβά «σπίτια» της πόλης και προσπαθούσαμε να φαντασθούμε τι μπορούσε να συμβαίνει πίσω από τα μόνιμα κλειστά του παραθυρόφυλλα. Σ΄αυτό φρόντιζαν να μας βοηθούν οι μεγαλύτεροι κάνοντάς μας μια πρώτη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Πολλές φορές, στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου εμφανίζονταν κοπέλες. Άλλες κάπνιζαν και άλλες χτένιζαν τα ολόξανθα μαλλιά τους, απλώνοντάς τα στους ώμους για να τα δει ο ήλιος, με σηκωμένα τα φουστάνια πάνω από τα γόνατα. Η κίνηση από άνδρες στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στο «σπίτι», παρά την περασμένη ώρα, ήταν αρκετή. ΄Αλλοι έμπαιναν άνετα και άλλοι με βήμα ταχύ κοιτάζοντας γύρω μην τους πάρει κανένα γνωστό μάτι μέχρι να δρασκελίσουν την πόρτα του «σπιτιού».
«Οι πιο πολλοί πάνε στη Μυρσίνα», μας έλεγε ο Αρμένος, «είναι γύρω στα είκοσι με κοκκινόξανθα μαλλιά και σώμα σαν χορεύτρια. Να σαν αυτές που χαζεύουμε τα βράδια από τα ντουβάρια στο θέατρο της Τούλας Δράκου».
Η Μυρσίνα μας είχε γίνει πραγματικά φαντασίωση με τις διηγήσεις που και τα βράδια δεν σταματούσε να κάνει ο Αρμένος. ΄Ηταν πιο μεγάλος από μας και είχε πλήρη ενημέρωση ίσως από άλλους φίλους του που είχαν την ηλικία και μπορούσαν να επισκέπτονται το «σπίτι».
΄Ένα βράδυ, μετά από μια ατέλειωτη διήγηση του Αρμένου, πετάχτηκε ο Αυταράς.
«Σταμάτα τα ξέρω καλύτερα. Εγώ πήγα στη Μυρσίνα».
΄Ολοι μας τον κοιτάξαμε με δέος. ΄Ηταν γύρω στα δέκα επτά αλλά μεγαλόδειχνε και άνετα τον περνούσες για είκοσι ένα.
«Πήγες ε;», συνέχισε απτόητος ο Αρμένος., «όμως δεν σας είπα το κυριότερο. Η Μυρσίνα από την πολλή δουλειά κουβαλάει μια αρρώστια και όποιος πάει μαζί της την αρπάζει κι αυτός».
«Τι αρρώστια δηλαδή;», τον κοίταξε ανήσυχος ο Αυταράς.
«Να, το πουλί σου αρχίζει να στάζει, να πρήζεται και όταν κατουράς ουρλιάζεις από τους πόνους».
«Και την κολλάς αμέσως με την πρώτη φορά;», συνέχισε ανήσυχος ο Αυταράς.
«Μπορεί και με την πρώτη, αν αμέσως μετά δεν βάλεις κάποιο φάρμακο για να προλάβει το κακό».
«Δηλαδή;».
«Πότε πήγες εσύ;».
«Χθες μεσημέρι σαν γυρίσαμε από το ψάρεμα εγώ ξανακατηφόρισα και χώθηκα στο “σπίτι”. Τη γνώρισα αμέσως από αυτά που μας είχες πει. ΄Ηταν πολύ όμορφη και καθαρή».
«Αυτή η βρoμιά δεν φαίνεται είναι από μέσα».
«Προλαβαίνω να κάνω κάτι τώρα;».
«Σε τσούζει, σε πονάει;».
Ο Αυταράς έφερε το ένα χέρι ανάμεσα στα σκέλια.
«΄Όχι τίποτα».
«Αυτό είναι καλό».
«Προλαβαίνω;».
«Κάτι μπορεί να γίνει. ΄Εχετε οινόπνευμα στο σπίτι; Πάρε το μπουκάλι, άνοιξε το πουλί σου και χύσε μπόλικο, θα τα διώξει όλα».
Βολίδα ο Αυταράς χώθηκε στο σπίτι του απέναντι και σε λίγο εμφανίστηκε με το μπουκάλι στο χέρι. Κάθισε παράμερα στο ρείθρο του πεζοδρομίου και άρχισε να ψαχουλεύει με το ένα χέρι τα σκέλια του, ενώ με το άλλο κρατούσε ανοιχτό το μπουκάλι με το οινόπνευμα. Μετά χάσαμε τη συνέχεια, γιατί τα ουρλιαχτά του Αυταρά ξεσήκωσαν τον τόπο. Κρατώντας με το ένα χέρι τα σκέλια και με το άλλο ακόμη το μπουκάλι έτρεχε από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο, ανεβοκατέβαινε σκαλοπάτια, διπλωνόταν στα δύο μέχρι που πλάκωσαν όλοι οι γείτονες νομίζοντας ότι έγινε κάποιο φονικό, ώρα που ήταν έντεκα το βράδυ, και εξαφανίστηκε μέσα στο λάκκο και τα ουρλιαχτά του χάθηκαν.
Ο Αρμένος έκανε μέρες να φανεί στην παρέα. Ο Αυταράς έρχονταν αλλά μόνιμα με το ένα χέρι ψαχούλευε τα σκέλια του. Καλού κακού δεν πηγαίναμε και πολύ κοντά του για το φόβο των Ιουδαίων. Η καραντίνα κράτησε κανένα μήνα, γιατί, όπως διαπιστώσαμε από τη διάθεση του Αυταρά, που δεν ήταν τύπος υπομονετικός στις αρρώστιες και θα το’δειχνε, η αρρώστια δεν εκδηλώθηκε. Φαίνεται πως ή η Μυρσίνα ήταν εντάξει και η όλη ιστορία του Αρμένου ήταν από ζήλια, ή το ράντισμα με οινόπνευμα του πιο τρυφερού σημείου του Αυταρά έκανε κάποια δουλειά. Πάντως, μετά το γεγονός η Μυρσίνα έπαψε να έχει πρώτο ενδιαφέρον στις βραδινές μας ατέλειωτες συζητήσεις στα σκαλιά των σπιτιών στην οδό Περδίκα δίπλα στο λάκκο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




