Παραμονή Χριστουγέννων του ’43
Ο πατέρας γύρισε κι εκείνο το βράδυ την ίδια ώρα από τη ΧΕΝ. Ακούμπησε στην κουζίνα αποσταμένος τα δυο κονσερβοκούτια με φαγητό, κάθισε στη μοναδική ξύλινη καρέκλα και έβγαλε τα λιωμένα παπούτσια. Πιο πολύ τον προφύλαγαν τα τσουράπια που είχε πλέξει η γιαγιά. Ξεσκέπασε προσεκτικά τα τενεκεδάκια και τα έβαλε στο συρμάτινο φανάρι που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο. Κάθε βράδυ το ίδιο. ΄Ηταν η μερίδα που δικαιούνταν κάθε εργαζόμενος στο μαγειρείο της ΧΕΝ. Την έφερνε σπίτι για να μας κρατά όρθιους τις δύσκολες εκείνες μέρες της κατοχής. «Εγώ χορταίνω από τις μυρωδιές», έλεγε στη μητέρα, όταν τον πίεζε να πάρει κι αυτός μια μπουκιά. Ακόμη και ο σκύλος μας ο Μπόμπης κρατιόταν από το φαγητό που έφερνε ο πατέρας. Η μητέρα γέμιζε με νερό τα άδεια τενεκέδια και γέμιζε τη γαβάθα του. Με όση δύναμη απόμενε στο σκελετωμένο του κορμί σηκώνονταν στα πίσω πόδια και με τη γλώσσα ρουφούσε το νεροζούμι στον αέρα. Μετά έχωνε τη μουσούδα στη γαβάθα αδειάζοντάς την στη στιγμή χωρίς ανάσα. Όλο το υπόλοιπο βράδυ περνούσε γλείφοντάς την. Τον άκουγα να τη σέρνει εδώ και κει μέσα στην αυλή καθώς κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο.
Ο μισθός του πατέρα ελάχιστα βοηθούσε. Το χαρτονόμισμα ξευτελίζονταν κάθε στιγμή μέσα στη μέρα. Αν είχες λίρες, στάρι, λάδι, όσπρια ή άλλα τέτοια βασικά ήσουν βασιλιάς. Το ψωμί σπάνια έμπαινε στο σπίτι. ΄Ολη η προίκα της μητέρας είχε ανταλλαγεί στα γύρω χωριά για μισό σακί καλαμπόκι ή φασόλια και σπάνια λίγο στάρι.
Χωρίς να βγάλει το πανωφόρι μπήκε στο δωμάτιο. Στο μικρό σιδερένιο κρεβάτι ξαπλωμένοι η μητέρα και η γιαγιά στις δυο άκρες και στη μέση ο αδελφός μου κι εγώ, σκεπασμένοι με το πάπλωμα που είχε απομείνει και από πάνω μια κουρελού. Ο πατέρας ακούμπησε το χέρι στη μεγάλη σιδερένια σόμπα δίπλα στο κρεβάτι. «Το τελευταίο ξύλο έριξα το μεσημέρι», λέει η μητέρα, «έχει χωνέψει από ώρα και κρύωναν τα παιδιά». Παρακολουθούσαμε τον πατέρα με τα μάτια μόνο έξω από τα σκεπάσματα. Αμήχανος κοίταξε από το παράθυρο στην αυλή. Το τελευταίο χοντρό δέντρο το είχε κόψει τρεις μέρες πριν. Τα άλλα ήταν λιγνά, ίδια με μας. Απότομα ανοίγει το παράθυρο. «Γιάννη τι κάνεις τρελάθηκες έχει παγωνιά», άρχισε να φωνάζει η μητέρα. Αρπάζει το μεγάλο τραπέζι που ήταν στο δωμάτιο το γυρίζει στο πλάι και το σπρώχνει στο ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή. Θυμάμαι τα καλοκαίρια που το βγάζαμε στην αυλή για να γίνει πιο ευρύχωρο το δωμάτιο, δεν χώραγε από καμιά πόρτα. Το σήκωσε με όση δύναμη του απόμενε και το άφησε να πέσει έξω. Με νευρικές γρήγορες κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και παίρνοντας το μικρό τσεκουράκι βγήκε έξω. Πετάχτηκα βολίδα από το κρεβάτι και κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι. Ο πατέρας όλο μανία, λες και μισούσε το τραπέζι, άρχισε να το κομματιάζει με απανωτές τσεκουριές.
Σαν τέλειωσε, ξεδιάλεξε και έφερε μέσα τα χοντρά κομμάτια, πόδια και πλαϊνά. Η σόμπα ήταν αρκετά ψηλή, λίγο πιο πάνω από το μπόι μου. Την άνοιξε από πάνω βγάζοντας όλα τα στρόγγυλα στεφάνια και έχωσε μέσα όσα κομμάτια χωρούσαν. Από το μπροστινό κάτω άνοιγμα στρίμωξε τα μικρότερα. Σε ένα από αυτά πλησίασε το τσακμάκι και αφού προσπάθησε δυο τρεις φορές του έβαλε φωτιά. ΄Αρπαξαν όλα, σε λίγο η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει και τα πλαϊνά της κοκκίνισαν. Το δωμάτιο πήρε μια θαλπωρή. Πετάξαμε τα σκεπάσματα και ανακαθίσαμε στο κρεβάτι.
΄Εξω είχε αρχίσει να αγριεύει ο καιρός. Μόνο οι κάργες πετούσαν πάνω από τα πεύκα του 50ού Συντάγματος που μερικές φορές κατέβαιναν στα πρανή του λάκκου ψάχνοντας άδικα για κανένα φαγώσιμο. Δεν άργησαν οι πρώτες σπυρωτές χιονονιφάδες να κτυπούν το τζάμι του δωματίου καθώς τις στροβίλιζε ο αέρας.
Καθόμασταν αμίλητοι και ευχαριστιόμασταν τη ζέστη που είχε πια απλωθεί παντού. «Δέντρο δεν θα κάνουμε;», πετάχτηκα σπάζοντας τη σιγή. Γύρισαν και με κοίταξαν αμίλητοι. «Θέλω δέντρο», ξαναείπα. «Να έχουμε έξω στην αυλή» λέει η γιαγιά και δείχνει το μικρό κυπαρισσάκι που έφερε και φύτεψε στην αυλή την προηγούμενη χρονιά ο πατέρας όταν το βρήκε ξεριζωμένο μέσα στα χαλάσματα της παλιάς ΄Εκθεσης. «Εγώ θέλω δέντρο Χριστουγεννιάτικο, όχι τέτοιο». Με κοίταξε ο πατέρας για λίγο και μετά αρπάζοντας το πανωφόρι βγήκε έξω. Πέρασε αρκετή ώρα και η μητέρα κοίταζε ανήσυχη από το παράθυρο. Η γιαγιά, πάντα πιο ψύχραιμη, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά της χαμηλά στη μύτη ήταν συγκεντρωμένη στο πλέξιμο. «Που πάει πάλι αυτός ο άνθρωπος. ΄Εξω γίνεται χαλασμός, κουρασμένος είναι και όπου νά’ναι αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Δεν λες και συ κάτι μητέρα;», λέει στη γιαγιά. Η γιαγιά τράβηξε την κλωστή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι και δεν είπε κουβέντα. «Πάντα έτσι αψήφιστη ήσουν, αλλά να μην ενδιαφέρεσαι και για τον γιο σου, τι να πω». Η βουβαμάρα συνεχίστηκε μέχρι που ακούστηκε το κουδουνάκι της ξύλινης καγκελόπορτας της αυλής. Σε λίγο φάνηκε η σιλουέτα του πατέρα έξω από το τζάμι έχοντας κάτι στον ώμο. «Μας έφερε δέντρο μαμά», αναφώνησα. Ένα ακρόκλωνο από πεύκο, που πάνω του ακόμη δεν είχαν λιώσει οι νιφάδες από το χιόνι που έπεφτε.
Το στήσαμε σε μια γλάστρα, κρεμάσαμε πολύχρωμα κουρελάκια, κόψαμε σε πολλά κομμάτια μερικά κεριά, που είχε κάνει η γιαγιά από γουρουνίσιο λίπος για να μας φωτίζουν το βράδι και τα δέσαμε εδώ και κει. Το φως τους έδωσε άλλη ζεστασιά στο κρύο δωμάτιο. «Τώρα ύπνο παιδιά, αύριο θα μας πείτε τα κάλαντα κάτω από το δέντρο», χαμογέλασε και μας σκέπασε η μητέρα.
Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Έτρεξα κάτω από το δέντρο, το μύρισα, το χάϊδεψα απαλά και, δεν ξέρω πως μου ήρθε, άρχισα να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο μπερδεύοντας όπως πάντα την «όψη» με την «κόψη».
Πρώτη δημοσίευση
Εφημερίδα «Αγγελιοφόρος», φύλλο παραμονής Χριστουγέννων, 24.12.2006
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Ανέκδοτα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Ανέκδοτα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Διήγημα "Το χρέος"
Το χρέος
«Να πάμε πάλι, βρε παιδιά, ένα βράδυ για ρεμπέτικα στο καπηλειό του Πλασταρά στην Πάνω Πόλη». Το λέγαμε αλλά αργούσαμε να το αποφασίσουμε. Το τηλεφώνημα του Θωμά, ένα κρύο απόγευμα Παρασκευής του περασμένου Φλεβάρη, έβαλε τέλος στην αναβολή.
«Εννιά και τέταρτο περνούμε με τη Βέρα και σας παίρνουμε με το αυτοκίνητο για Πλασταρά. Πάρε τηλέφωνο και κλείσε τραπέζι για τέσσερις».
Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά του, γιατί ήξερα πόσο δυσκίνητος ήταν για τέτοιες ξαφνικές αποδράσεις, αντίθετα με τη Βέρα που πετούσε τη σκούφια της.
«Καλά ρε, πιο κρύα μέρα δε διάλεγες για έξοδο;»
«Γιατί, έχεις πρόβλημα; Με το αυτοκίνητό μου θα πάμε και με το ίδιο θα σας γυρίσουμε».
«Η ζέστη δε με πειράζει, αλλά το κρύο δεν το αντέχω. Έχω μια παλιά ιστορία να σου πω κάποτε γι’αυτό. Να έρθουν και ο Τόλης με τη Σοφία; Tον θυμάσαι, πιστεύω, από την Τράπεζα».
«Τον Τόλη, ρε, δε θυμάμαι, που με αναφέρει και σε ένα μυθιστόρημά του ως Θωμάκο τον παλαιστή;».
Έγιναν τα τηλεφωνήματα. Ο Νίκος Πλασταράς χάρηκε ιδιαίτερα, όταν με άκουσε «ετοιμάσου να ρίξεις τις γύρες σου με τα Πέριξ του Τσιτσάνη», είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Στις δέκα ακριβώς κατεβαίναμε τα σκαλιά του καπηλειού, αγκαλιές φιλιά με τον Νίκο, χαιρετούρες με τον φαλακρό Γιάννη, μόνιμο μπουζουξή του, που μου επανέλαβε, όπως κάθε φορά, «ακόμη το έχω παράπονο, που δε μου έβαλες λίγα μαλλάκια, όταν με ζωγράφισες».
Ήρθαν τα σμυρναίϊκα, ιδιαίτερη συνταγή του καπηλειού, που σε κανέναν δε δίνει ο Νίκος, και άλλα κρεατικά. Ήπιαμε Μπουτάρη, οι μισοί λευκό Μοσχοφίλερο, οι άλλοι κόκκινο Αγιωργίτικο. Το κέφι άναψε για τα καλά και οι παραγγελιές δίνονταν η μια μετά την άλλη. Το είχα διαπιστωμένο από άλλες φορές ότι τα κέφια του Νίκου ήταν ανεβασμένα, όταν από κάτω τον άκουγαν φίλοι στενοί. Τίμησα δεόντως με γύρες «Τα Πέριξ», όταν μας το αφιέρωσε, τραγουδώντας το αντάμα. Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα τους αποχαιρετίσαμε και ξαναμμένοι βγήκαμε. «Θα σας πάω εγώ με την Ελένη στο σπίτι, όπως είπαμε». Ο Τόλης και η Σοφία πήραν ταξί.
Το κρύο είχε σφίξει. Θα είχε τουλάχιστον πέντε βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο Βαρδάρης ξύριζε. Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν, κατέβασα το τζόκεϊ μέχρι τα μάτια, αλλά τίποτα. Ένιωθα ένα σύγκρυο να διαπερνά όλο μου το κορμί, τα χέρια μου από τους ώμους και κάτω άρχισαν να κουνιούνται από μόνα τους και σε λίγο να χτυπούν και τα δόντια μου, φυσική αντίδραση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει την ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας.
«Έλα λίγο ακόμη και φτάνουμε στο αυτοκίνητο. Θα συνέλθεις, μόλις φουλάρω το καλοριφέρ». Αλλά πού;. Το αυτοκίνητο μέσα παγωμένο και το ασταμάτητο χτύπημα χεριών και δοντιών ακολουθούσαν τώρα και τα πόδια. Καμιά όρεξη για κουβέντα. Αραγμένος στην μπροστινή θέση προσπαθούσα να ζεσταθώ, όχι από το καλοριφέρ που ακόμη δεν είχε αρχίσει να αποδίδει, αλλά από το χνώτο μου που φυσούσα μέσα στο μπουφάν, ενώ το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει κάπου πενήντα χρόνια πίσω σε μια παρόμοια κατάσταση.
Φλεβάρης του ’60 και το μπουγάζι από τις κορφές του Όλυμπου πάγωνε το χιόνι που για μερόνυχτα έπεφτε ασταμάτητα σε όλο τον κάμπο της Κατερίνης. Στον θάλαμο του στρατοπέδου, ένα μακρινάρι παράπηγμα με διάδρομο στη μέση και διώροφες ξύλινες κουκέτες αριστερά-δεξιά, μια δίμετρη σιδερένια, σαν μεγάλο βαρέλι, σόμπα μπουμπούνιζε. Οι ολόκληροι κορμοί, που έπεφταν σωρηδόν μέσα, εξείχαν από το πάνω μέρος. Οι φλόγες πετάγονταν ψηλά έξω και φώτιζαν το καταθλιπτικό περιβάλλον του θαλάμου. Καπνός αιωρούνταν σε όλο το χώρο, δάκρυζαν τα μάτια, αλλά η ζέστη-ζέστη.
Ούτε λόγος για ασκήσεις. Κάθε τόσο ο δεκανέας υπηρεσίας τραβούσε καμιά δεκαριά άτομα στον όρχο να εκχιονίσουν άρματα και άλλα οχήματα και πάλι πίσω. Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα καλαμπουρίζαμε και καπνίζαμε, περιμένοντας τη σειρά μας για σκοπιά. Ήμουν νούμερο τέσσερις με εφτά το απόγευμα και ίδιο το βράδυ στο ξημέρωμα της άλλης μέρας.
«Τραπεζικέ, το νούμερό σου», με συνέφερε κάποια στιγμή ο δεκανέας. «Ντύσου, στολίσου και πάμε, ο προηγούμενος θα έχει παγώσει».
Άρχισα να ετοιμάζομαι βαριεστημένα. Διπλές κάλτσες, μακρύ σώβρακο και από πάνω το παντελόνι αγγαρείας, μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, που ποτέ δεν ανεχόμουν ως πολίτης, πουκάμισο, δύο πουλόβερ με μανίκια, χιτώνιο, γάντια, μπότες και, τέλος, μακριά μέχρι τις πατούσες χλαίνη. Μπαλάσκες, τύλιγμα του κεφαλιού με χοντρό κασκόλ και πάνω το βαρύ κράνος. Παίρνοντας το όπλο από την κρεμάστρα «έτοιμος δεκανέα», είπα.
«Πάρε και την κάπα από πάνω, κάνει ψόφο και, όπως είσαι πρωτευουσιάνος, δε θα τον αντέξεις». Εκείνος, με πολύ ελαφρύτερη εξάρτυση, καταγόταν από ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας, και καλό παιδί.
«Την αφήνω για τη βραδινή βάρδια. Θα μου είναι άχρηστη το βράδυ, αν τη βρέξω τώρα».
Βγήκαμε. Το χιόνι μέχρι το γόνατο, παγωμένο. Ακολουθούσαμε το πατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σκοπιά και μόνο το χρατς-χρουτς των ποδιών πάνω στο παγωμένο χιόνι ακουγόταν. Το πόστο ήταν στη μονάδα συντήρησης οχημάτων, ψηλά στην άκρη του στρατοπέδου που το θέριζε παγωμένος αέρας από όλες τι μεριές. Κάτω ο έρημος δρόμος προς τη Νεοκαισάρεια και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Πιο κάτω, παράλληλα με τον δρόμο, ο Πέλεκας, ένα ποτάμι φουσκωμένο χειμώνα-καλοκαίρι, κατέβαζε νερά προς τη θάλασσα και ο παφλασμός τους ήταν το μόνο που ακουγόταν στην ερημιά.
Οι πρώτες δυο ώρες πέρασαν κάπως γρήγορα. Η τρίτη ήταν ατέλειωτη, καθώς η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και το κρύο ήταν αφόρητο. Στις εφτά είδα από μακριά την αλλαγή να έρχεται, παρέδωσα βιβλίο εφόδου με τα σχετικά και ταχύ βήμα πίσω στον θάλαμο.
«Πήγαινε για βραδινό», μου λέει ο δεκανέας υπηρεσίας, «έχει μακαρόνια με σάλτσα». Μακαρόνια μπλουμ που ήταν παγωμένα, αφού το βραδινό στους άλλους είχε δοθεί πριν από δυο ώρες. Μπλουμ-ξεμπλουμ γέμισα την καραβάνα και τα έφερα στον θάλαμο να ζεσταθούν στη σόμπα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι αποκαμωμένος τραβώντας πάνω μου δυο μάλλινες κουβέρτες. Θες από κρύο, θες από κούραση έπεσα σε λήθαργο βαθύ, παρά τις φωνές και τα γέλια των άλλων που δεν είχαν όρεξη για ύπνο.
Ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες, όταν άνοιξα τα μάτια από απότομο σκούντημα του θαλαμοφύλακα.
«Συνάδελφε σήκω, ήρθε η ώρα σου για σκοπιά».
Ξανά ντύσιμο, όπως το απόγευμα, αλλά από πάνω και η χοντρή τρίχινη κάπα με την κουκούλα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ό,τι το απόγευμα, γιατί, μόλις ξεπορτίσαμε, αισθάνθηκα ότι έμπαινα σε πολικό τοπίο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ και αναγκαζόμουν να κρατώ την κουκούλα της κάπας, που συνεχώς την έπαιρνε. Ο βηματισμός πάνω κάτω στη σκοπιά δε βοηθούσε καθόλου. Μερικές φορές χωνόμουν σε ένα υπό επισκευή REO, αλλά τίποτα. Ξανά κάτω, βηματισμοί να βρω απάνεμο μέρος, αλλά άδικα. Άργησε να έρθει και η αλλαγή και, όταν φάνηκε γύρω στις επτά και τέταρτο, ήμουν έτοιμος να σωριαστώ.
Αφήνω όπλο, κράνος, μπαλάσκες στο θάλαμο και με όσες δυνάμεις μου έμεναν βάζω μπρος για τα μαγειρεία. Πίστευα ότι το ζεστό τσάι θα με συνέφερνε κάπως. Φθάνοντας είδα όλη την Επιλαρχία μαζεμένη κατά ομάδες σε τέσσερις κύκλους. Κατάλαβα. Για μεσημεριανό θα είχε πατάτες που έπρεπε να καθαριστούν πριν πάρουμε πρωινό. Πλησίασα σε έναν από τους σωρούς. Πέντε περίπου τσουβάλια πατάτες ριγμένες από ώρα μες το παγωμένο χιόνι περίμεναν καθάρισμα. Σκύβω με κόπο πιάνω μια, αλλά ο σουγιάς παραλίγο να μου κόψει το χέρι που, καθώς ήταν παγωμένο, δε με υπάκουγε. Όλα γύρω μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν. Αφήνω την πατάτα να μου πέσει και πάω στον Επιλοχία, που επέβλεπε τη διαδικασία του καθαρισμού, μήπως και κάποιος λουφάρει. Ήταν μόνιμος, Λοχίας στον βαθμό, παντρεμένος κρυφά με μια ντόπια. Καθώς ήταν απαγορευμένο να παντρεύονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πριν από τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, δεν το είχε δηλώσει, αλλά είχε μαθευτεί και για τιμωρία η προαγωγή του πήγε πίσω και τον άφησαν για χρόνια να βολοδέρνει σε αυτόν τον «κρανίου τόπο» του Σβορώνου, που οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν Κολοκούρι. Έβγαζε τα απωθημένα του με άγρια ξεσπάσματα σε όλους τους στρατιώτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που είχαν κάποια παραπάνω μόρφωση.
«Κύριε Επιλοχία, ήμουν τελευταίο νούμερο σκοπιά, έχω παγώσει ολόκληρος, ας πάρω πρωινό ρόφημα και μετά καθαρίζω πατάτες».
Ένα «σκασμός, στις πατάτες» ήταν η απάντηση.
Γύρισα τρικλίζοντας στο σωρό. Θυμάμαι ότι έσκυψα να πιάσω ξανά μια πατάτα και μετά έχασα τα πάντα γύρω μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν στο αναρρωτήριο με έναν Ανθυπίατρο να είναι σκυμμένος πάνω μου κρατώντας μια άδεια σύριγγα.
«Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, με την καρδιοτονωτική που σου έκανα θα είσαι σε λίγο περδίκι».
«Σηκωτό σε πήγαμε στο αναρρωτήριο», μου έλεγε την άλλη μέρα ένας συνάδελφος, «και πίσω έτρεχε χεσμένος ο Επιλοχίας».
Γύρω στον Ιούνιο ήρθε η μετάθεσή μου για Θεσσαλονίκη. Πήρα το φύλλο πορείας από τον γραφέα της Ίλης, καθώς ο Επιλοχίας έλειπε. Ανταμώσαμε στην πύλη του στρατοπέδου.
«Φεύγεις;», με ρώτησε.
«Ναι», απάντησα ξερά χωρίς να τον κοιτάξω. Ούτε γύρισα πίσω να ξαναδώ πάνω από την πύλη την επιγραφή «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων».
Το απότομο φρενάρισμα του Θωμά με συνέφερε. Είχαμε φθάσει στη διασταύρωση της Λεωφόρου Στρατού με την Καυτανζόγλου μπροστά στο σπίτι μας και το ανοιγμένο μου μπουφάν έδειχνε ότι είχα ξεπεράσει και αυτή τη φορά το σοκ από το κρύο.
«Είσαι εντάξει, ή μήπως θέλεις να σε δει γιατρός;»
«Μια χαρά, Θωμά, ευχαριστώ».
«Μου χρωστάς όμως την ιστορία που υποσχέθηκες», με πρόλαβε, καθώς άνοιγα την πόρτα να κατεβώ.
Πιστεύω πως ξεχρεώθηκα στο Θωμά με αυτό το διήγημα.
Πρώτη δημοσίευση:
«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 20, 5.2007-11.2007
«Να πάμε πάλι, βρε παιδιά, ένα βράδυ για ρεμπέτικα στο καπηλειό του Πλασταρά στην Πάνω Πόλη». Το λέγαμε αλλά αργούσαμε να το αποφασίσουμε. Το τηλεφώνημα του Θωμά, ένα κρύο απόγευμα Παρασκευής του περασμένου Φλεβάρη, έβαλε τέλος στην αναβολή.
«Εννιά και τέταρτο περνούμε με τη Βέρα και σας παίρνουμε με το αυτοκίνητο για Πλασταρά. Πάρε τηλέφωνο και κλείσε τραπέζι για τέσσερις».
Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά του, γιατί ήξερα πόσο δυσκίνητος ήταν για τέτοιες ξαφνικές αποδράσεις, αντίθετα με τη Βέρα που πετούσε τη σκούφια της.
«Καλά ρε, πιο κρύα μέρα δε διάλεγες για έξοδο;»
«Γιατί, έχεις πρόβλημα; Με το αυτοκίνητό μου θα πάμε και με το ίδιο θα σας γυρίσουμε».
«Η ζέστη δε με πειράζει, αλλά το κρύο δεν το αντέχω. Έχω μια παλιά ιστορία να σου πω κάποτε γι’αυτό. Να έρθουν και ο Τόλης με τη Σοφία; Tον θυμάσαι, πιστεύω, από την Τράπεζα».
«Τον Τόλη, ρε, δε θυμάμαι, που με αναφέρει και σε ένα μυθιστόρημά του ως Θωμάκο τον παλαιστή;».
Έγιναν τα τηλεφωνήματα. Ο Νίκος Πλασταράς χάρηκε ιδιαίτερα, όταν με άκουσε «ετοιμάσου να ρίξεις τις γύρες σου με τα Πέριξ του Τσιτσάνη», είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Στις δέκα ακριβώς κατεβαίναμε τα σκαλιά του καπηλειού, αγκαλιές φιλιά με τον Νίκο, χαιρετούρες με τον φαλακρό Γιάννη, μόνιμο μπουζουξή του, που μου επανέλαβε, όπως κάθε φορά, «ακόμη το έχω παράπονο, που δε μου έβαλες λίγα μαλλάκια, όταν με ζωγράφισες».
Ήρθαν τα σμυρναίϊκα, ιδιαίτερη συνταγή του καπηλειού, που σε κανέναν δε δίνει ο Νίκος, και άλλα κρεατικά. Ήπιαμε Μπουτάρη, οι μισοί λευκό Μοσχοφίλερο, οι άλλοι κόκκινο Αγιωργίτικο. Το κέφι άναψε για τα καλά και οι παραγγελιές δίνονταν η μια μετά την άλλη. Το είχα διαπιστωμένο από άλλες φορές ότι τα κέφια του Νίκου ήταν ανεβασμένα, όταν από κάτω τον άκουγαν φίλοι στενοί. Τίμησα δεόντως με γύρες «Τα Πέριξ», όταν μας το αφιέρωσε, τραγουδώντας το αντάμα. Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα τους αποχαιρετίσαμε και ξαναμμένοι βγήκαμε. «Θα σας πάω εγώ με την Ελένη στο σπίτι, όπως είπαμε». Ο Τόλης και η Σοφία πήραν ταξί.
Το κρύο είχε σφίξει. Θα είχε τουλάχιστον πέντε βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο Βαρδάρης ξύριζε. Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν, κατέβασα το τζόκεϊ μέχρι τα μάτια, αλλά τίποτα. Ένιωθα ένα σύγκρυο να διαπερνά όλο μου το κορμί, τα χέρια μου από τους ώμους και κάτω άρχισαν να κουνιούνται από μόνα τους και σε λίγο να χτυπούν και τα δόντια μου, φυσική αντίδραση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει την ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας.
«Έλα λίγο ακόμη και φτάνουμε στο αυτοκίνητο. Θα συνέλθεις, μόλις φουλάρω το καλοριφέρ». Αλλά πού;. Το αυτοκίνητο μέσα παγωμένο και το ασταμάτητο χτύπημα χεριών και δοντιών ακολουθούσαν τώρα και τα πόδια. Καμιά όρεξη για κουβέντα. Αραγμένος στην μπροστινή θέση προσπαθούσα να ζεσταθώ, όχι από το καλοριφέρ που ακόμη δεν είχε αρχίσει να αποδίδει, αλλά από το χνώτο μου που φυσούσα μέσα στο μπουφάν, ενώ το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει κάπου πενήντα χρόνια πίσω σε μια παρόμοια κατάσταση.
Φλεβάρης του ’60 και το μπουγάζι από τις κορφές του Όλυμπου πάγωνε το χιόνι που για μερόνυχτα έπεφτε ασταμάτητα σε όλο τον κάμπο της Κατερίνης. Στον θάλαμο του στρατοπέδου, ένα μακρινάρι παράπηγμα με διάδρομο στη μέση και διώροφες ξύλινες κουκέτες αριστερά-δεξιά, μια δίμετρη σιδερένια, σαν μεγάλο βαρέλι, σόμπα μπουμπούνιζε. Οι ολόκληροι κορμοί, που έπεφταν σωρηδόν μέσα, εξείχαν από το πάνω μέρος. Οι φλόγες πετάγονταν ψηλά έξω και φώτιζαν το καταθλιπτικό περιβάλλον του θαλάμου. Καπνός αιωρούνταν σε όλο το χώρο, δάκρυζαν τα μάτια, αλλά η ζέστη-ζέστη.
Ούτε λόγος για ασκήσεις. Κάθε τόσο ο δεκανέας υπηρεσίας τραβούσε καμιά δεκαριά άτομα στον όρχο να εκχιονίσουν άρματα και άλλα οχήματα και πάλι πίσω. Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα καλαμπουρίζαμε και καπνίζαμε, περιμένοντας τη σειρά μας για σκοπιά. Ήμουν νούμερο τέσσερις με εφτά το απόγευμα και ίδιο το βράδυ στο ξημέρωμα της άλλης μέρας.
«Τραπεζικέ, το νούμερό σου», με συνέφερε κάποια στιγμή ο δεκανέας. «Ντύσου, στολίσου και πάμε, ο προηγούμενος θα έχει παγώσει».
Άρχισα να ετοιμάζομαι βαριεστημένα. Διπλές κάλτσες, μακρύ σώβρακο και από πάνω το παντελόνι αγγαρείας, μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, που ποτέ δεν ανεχόμουν ως πολίτης, πουκάμισο, δύο πουλόβερ με μανίκια, χιτώνιο, γάντια, μπότες και, τέλος, μακριά μέχρι τις πατούσες χλαίνη. Μπαλάσκες, τύλιγμα του κεφαλιού με χοντρό κασκόλ και πάνω το βαρύ κράνος. Παίρνοντας το όπλο από την κρεμάστρα «έτοιμος δεκανέα», είπα.
«Πάρε και την κάπα από πάνω, κάνει ψόφο και, όπως είσαι πρωτευουσιάνος, δε θα τον αντέξεις». Εκείνος, με πολύ ελαφρύτερη εξάρτυση, καταγόταν από ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας, και καλό παιδί.
«Την αφήνω για τη βραδινή βάρδια. Θα μου είναι άχρηστη το βράδυ, αν τη βρέξω τώρα».
Βγήκαμε. Το χιόνι μέχρι το γόνατο, παγωμένο. Ακολουθούσαμε το πατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σκοπιά και μόνο το χρατς-χρουτς των ποδιών πάνω στο παγωμένο χιόνι ακουγόταν. Το πόστο ήταν στη μονάδα συντήρησης οχημάτων, ψηλά στην άκρη του στρατοπέδου που το θέριζε παγωμένος αέρας από όλες τι μεριές. Κάτω ο έρημος δρόμος προς τη Νεοκαισάρεια και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Πιο κάτω, παράλληλα με τον δρόμο, ο Πέλεκας, ένα ποτάμι φουσκωμένο χειμώνα-καλοκαίρι, κατέβαζε νερά προς τη θάλασσα και ο παφλασμός τους ήταν το μόνο που ακουγόταν στην ερημιά.
Οι πρώτες δυο ώρες πέρασαν κάπως γρήγορα. Η τρίτη ήταν ατέλειωτη, καθώς η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και το κρύο ήταν αφόρητο. Στις εφτά είδα από μακριά την αλλαγή να έρχεται, παρέδωσα βιβλίο εφόδου με τα σχετικά και ταχύ βήμα πίσω στον θάλαμο.
«Πήγαινε για βραδινό», μου λέει ο δεκανέας υπηρεσίας, «έχει μακαρόνια με σάλτσα». Μακαρόνια μπλουμ που ήταν παγωμένα, αφού το βραδινό στους άλλους είχε δοθεί πριν από δυο ώρες. Μπλουμ-ξεμπλουμ γέμισα την καραβάνα και τα έφερα στον θάλαμο να ζεσταθούν στη σόμπα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι αποκαμωμένος τραβώντας πάνω μου δυο μάλλινες κουβέρτες. Θες από κρύο, θες από κούραση έπεσα σε λήθαργο βαθύ, παρά τις φωνές και τα γέλια των άλλων που δεν είχαν όρεξη για ύπνο.
Ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες, όταν άνοιξα τα μάτια από απότομο σκούντημα του θαλαμοφύλακα.
«Συνάδελφε σήκω, ήρθε η ώρα σου για σκοπιά».
Ξανά ντύσιμο, όπως το απόγευμα, αλλά από πάνω και η χοντρή τρίχινη κάπα με την κουκούλα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ό,τι το απόγευμα, γιατί, μόλις ξεπορτίσαμε, αισθάνθηκα ότι έμπαινα σε πολικό τοπίο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ και αναγκαζόμουν να κρατώ την κουκούλα της κάπας, που συνεχώς την έπαιρνε. Ο βηματισμός πάνω κάτω στη σκοπιά δε βοηθούσε καθόλου. Μερικές φορές χωνόμουν σε ένα υπό επισκευή REO, αλλά τίποτα. Ξανά κάτω, βηματισμοί να βρω απάνεμο μέρος, αλλά άδικα. Άργησε να έρθει και η αλλαγή και, όταν φάνηκε γύρω στις επτά και τέταρτο, ήμουν έτοιμος να σωριαστώ.
Αφήνω όπλο, κράνος, μπαλάσκες στο θάλαμο και με όσες δυνάμεις μου έμεναν βάζω μπρος για τα μαγειρεία. Πίστευα ότι το ζεστό τσάι θα με συνέφερνε κάπως. Φθάνοντας είδα όλη την Επιλαρχία μαζεμένη κατά ομάδες σε τέσσερις κύκλους. Κατάλαβα. Για μεσημεριανό θα είχε πατάτες που έπρεπε να καθαριστούν πριν πάρουμε πρωινό. Πλησίασα σε έναν από τους σωρούς. Πέντε περίπου τσουβάλια πατάτες ριγμένες από ώρα μες το παγωμένο χιόνι περίμεναν καθάρισμα. Σκύβω με κόπο πιάνω μια, αλλά ο σουγιάς παραλίγο να μου κόψει το χέρι που, καθώς ήταν παγωμένο, δε με υπάκουγε. Όλα γύρω μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν. Αφήνω την πατάτα να μου πέσει και πάω στον Επιλοχία, που επέβλεπε τη διαδικασία του καθαρισμού, μήπως και κάποιος λουφάρει. Ήταν μόνιμος, Λοχίας στον βαθμό, παντρεμένος κρυφά με μια ντόπια. Καθώς ήταν απαγορευμένο να παντρεύονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πριν από τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, δεν το είχε δηλώσει, αλλά είχε μαθευτεί και για τιμωρία η προαγωγή του πήγε πίσω και τον άφησαν για χρόνια να βολοδέρνει σε αυτόν τον «κρανίου τόπο» του Σβορώνου, που οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν Κολοκούρι. Έβγαζε τα απωθημένα του με άγρια ξεσπάσματα σε όλους τους στρατιώτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που είχαν κάποια παραπάνω μόρφωση.
«Κύριε Επιλοχία, ήμουν τελευταίο νούμερο σκοπιά, έχω παγώσει ολόκληρος, ας πάρω πρωινό ρόφημα και μετά καθαρίζω πατάτες».
Ένα «σκασμός, στις πατάτες» ήταν η απάντηση.
Γύρισα τρικλίζοντας στο σωρό. Θυμάμαι ότι έσκυψα να πιάσω ξανά μια πατάτα και μετά έχασα τα πάντα γύρω μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν στο αναρρωτήριο με έναν Ανθυπίατρο να είναι σκυμμένος πάνω μου κρατώντας μια άδεια σύριγγα.
«Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, με την καρδιοτονωτική που σου έκανα θα είσαι σε λίγο περδίκι».
«Σηκωτό σε πήγαμε στο αναρρωτήριο», μου έλεγε την άλλη μέρα ένας συνάδελφος, «και πίσω έτρεχε χεσμένος ο Επιλοχίας».
Γύρω στον Ιούνιο ήρθε η μετάθεσή μου για Θεσσαλονίκη. Πήρα το φύλλο πορείας από τον γραφέα της Ίλης, καθώς ο Επιλοχίας έλειπε. Ανταμώσαμε στην πύλη του στρατοπέδου.
«Φεύγεις;», με ρώτησε.
«Ναι», απάντησα ξερά χωρίς να τον κοιτάξω. Ούτε γύρισα πίσω να ξαναδώ πάνω από την πύλη την επιγραφή «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων».
Το απότομο φρενάρισμα του Θωμά με συνέφερε. Είχαμε φθάσει στη διασταύρωση της Λεωφόρου Στρατού με την Καυτανζόγλου μπροστά στο σπίτι μας και το ανοιγμένο μου μπουφάν έδειχνε ότι είχα ξεπεράσει και αυτή τη φορά το σοκ από το κρύο.
«Είσαι εντάξει, ή μήπως θέλεις να σε δει γιατρός;»
«Μια χαρά, Θωμά, ευχαριστώ».
«Μου χρωστάς όμως την ιστορία που υποσχέθηκες», με πρόλαβε, καθώς άνοιγα την πόρτα να κατεβώ.
Πιστεύω πως ξεχρεώθηκα στο Θωμά με αυτό το διήγημα.
Πρώτη δημοσίευση:
«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 20, 5.2007-11.2007
Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009
Εμπορική Τράπεζα
Ήρθαν τα ζώα
Αρχές δεκαετίας του ΄60, οκτώ παρά δέκα, στο τμήμα εισαγωγών - πιστώσεων εξωτερικού το έλεγαν τότε - της Τράπεζας, αχνίζουν στο γκισέ καφέδες, τσάγια και τυλιγμένα σε χαρτί σάντουιτς, μόνιμη πρωινή μέριμνα του ασπρομάλλη καφετζή κυρ-Γιώργου κατά πάγιες παραγγελιές των υπαλλήλων, που ήδη έχουν αρχίσει να έρχονται στο τμήμα για δουλειά.
Ο Κώστας, πρώτος προϊστάμενος, βυθισμένος σε ανοιγμένους φακέλους σκαλίζει χαρτιά αλλά το μυαλό του ταξιδεύει στη γκόμενα της προηγούμενης βραδιάς που ως συνήθως δεν του κάθισε. Δίπλα ο Γιώργος, δεύτερος προϊστάμενος, με μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου παρά τη συννεφιασμένη μέρα, ένδειξη ότι είναι ξενύχτης και κατά πάγια τακτική σε αυτές τις περιπτώσεις έρχεται στην Τράπεζα κατευθείαν από το μπουζουκσίδικο. Φυσά με το τσιγάρο δαχτυλίδια πάνω από το γκισέ και σιγο-μουρμουρίζει το ρεφρέν από κάποιο λαϊκό άσμα που είναι του συρμού. Να σε λίγο και ο Ντίνος, άμεσος βοηθός του Γιώργου. Κατεβάζει τον καφέ από το γκισέ, ανάβει τσιγάρο και ρουφώντας αρχίζει να σχολιάζει μαζί του χαμηλόφωνα την αλλοπρόσαλλη διαιτησία του χθεσινοβραδινού αγώνα μπάσκετ και το «τι μαλάκας ρε παιδί μου» είναι η επωδός κάθε σχόλιου. Ο Κώστας σηκώνει από τα χαρτιά το κεφάλι, αγριοκοιτάζει προς το μέρος τους και με τον τραυλό τρόπο ομιλίας του σε έντονο ύφος τους κατακεραυνώνει «πααάλι για μεένα μιιιλάτε;». «Όχι ρε Κώστα», γυρνά ο Γιώργος, «πως σου ήρθε;» και εκείνος επιμένοντας «νααά γιατί ααάκουσα μαααλάκας». Δεν τολμά κανείς να γελάσει γιατί όλοι ξέρουν πως αντιδρά βίαια, όπως όταν τράβηξε ένα γερό ντιρέκτ στον Μίμη σε παρόμοια περίπτωση.
Ξαφνικά τα δύο φύλλα της ξύλινης με τετράγωνα τζαμάκια πάνε-έλα πόρτας του ορόφου ανοίγουν με θόρυβο ταυτόχρονα και εισβάλλουν τρεις αναψοκοκκινισμένες και χοντροκομμένες φάτσες με ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια αλαλάζοντας «ήρθαν τα ζώα, ήρθαν τα ζώα» και πετώντας τα χαρτιά πάνω από το γκισέ στο γραφείο του Κώστα «βαράτε τα μπορντερά να βγαίνουν οι άδειες». Η πρωινή ηρεμία στο τμήμα χάνεται, όλοι αρχίζουν να βγάζουν τα έντυπα, ξεσκεπάζουν τις νέας τεχνολογίας γραφομηχανές, προσφορά του Σχεδίου Μάρσαλ δείχνει το τυπωμένο στο πλάι τους σχετικό σήμα, περνούν καρμπόν και βάζουν βιαστικά τα έντυπα στους κυλίνδρους. Οι καθυστερημένοι βλέπουν τον αναβρασμό και απορούν «ήρθαν τα ζώα, ήρθαν τα ζώα» απαντούν οι άλλοι.
Η σαρανταπεντάρα Ιωάννα έχει έρθει νωρίς, αλλά από ώρα βρίσκεται στην τουαλέτα για πρωινό κους-κους με τη Μαρία και μια τελευταία καλλωπιστική πινελιά στο πρόσωπο. Παρά την ηλικία και το ευτραφές της είναι τραβηκτική, «προπολεμική φρεγάδα με τα όλα της», όπως θα καταγράψει μεταγενέστερο λαϊκό τραγούδι ανάλογη περίπτωση. Αυτό το χρησιμοποιεί με τον τρόπο της για να καλμάρει καταστάσεις όταν κάποιος πελάτης περνάει τα όρια υπομονής του Κώστα ή του Γιώργου και η ρήξη είναι προ των θυρών. Καταφθάνει τρέχοντας στο τμήμα, ενώ τα τροφαντά καπούλια της ανεβοκατεβαίνουν «καλέ πρωί-πρωί τι φασαρία είναι αυτή;» «ήρθαν τα ζώα Ιωάννα» της ψιθυρίζει ο Γιώργος. Με ένα παρατεταμένο «ααα» κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή της και αρχίζει να ετοιμάζει βιαστικά τα έντυπα.
Ο μονόφθαλμος, γυάλινο το ένα μάτι, επικεφαλής του τμήματος υποδιευθυντής κύριος Μαναρίδης φθάνει ασθμαίνοντας στο γκισέ του Κώστα και του Γιώργου «κύριε Μελισσά και κύριε Θεουλίδη ήρθαν τα ζώα, ελάτε γρήγορα στο γραφείο μου». Είναι καλοσυνάτος και για πολλοστή φορά θέλει να εξηγήσει και να τους μεταλαμπαδεύσει πως πρέπει να ενεργούν «όταν έρχονται τα ζώα». Τους εξηγεί ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια φορτώνονται τα προηγούμενα βράδια σε βαγόνια από τη Γιουγκοσλαβία και πρέπει, αμέσως μόλις έρθουν, να γίνουν αστραπιαία όλες οι συναλλαγματικές διαδικασίες για την εισαγωγή, να κτυπηθούν στη γραφομηχανή τα borderaux για το έμβασμα στους φορτωτές εξωτερικού μέσω Clearing, να δακτυλογραφηθούν οι άδειες εισαγωγής και χέρι-χέρι να πάνε στην Τράπεζα της Ελλάδος για θεώρηση από τον ελεγκτή, «παρατηρητή» τον λένε, ώστε σε χρόνο μηδέν να δοθούν στους ζωεμπόρους, που αλαφιασμένοι τις περιμένουν για να εκτελωνίσουν. Κάθε καθυστέρηση μπορεί να αποβεί μοιραία γιατί τα ζώα, διψασμένα και νηστικά, κινδυνεύουν να ψοφήσουν πριν φτάσουν στα σφαγεία. «Και κάτι άλλο, η Τράπεζα έχει μεγάλο όφελος από αυτές τις δουλειές, στη βιασύνη τους δεν βλέπουν το ποσοστό προμήθειας που τους χρεώνουμε».
Η ομάδα στο τμήμα είναι καταπληκτική και στην πλάκα και στη δουλειά, ακόμη και σε αυτή την εκνευριστική της εισαγωγής των ζώων. Ο Γιώργος, μόνιμος χωρατατζής, όταν περνά η φούρια, πιάνει στο ψιλό τους ζωεμπόρους, ιδιαίτερα τους διαδόχους γιους τους με τους οποίους έχει την ίδια ηλικία «ρε Σώτο όλο ζώα-ζώα, δες τη μούρη σου στον καθρέφτη, αρχίζεις να τα μοιάζεις, είσαι και θρεφτάρι».
Εκείνοι επειδή τον ξέρουν και τον θαυμάζουν που είναι πρώτο νούμερο στην ομάδα μπάσκετ του ΠΑΟΚ, δέχονται τα πειράγματα χωρίς παρεξήγηση, πολλές φορές μάλιστα τον προκαλούν.
Με τον καιρό ο εκνευρισμός τέτοια πρωινά, όταν ανοίγει η διπλή πάνε-έλα ξύλινη με τα τετράγωνα τζαμάκια πόρτα του ορόφου, παύει να αναστατώνει το τμήμα. Πριν προλάβουν οι ζωέμποροι, σηκώνεται πρώτος από τη θέση του ο Γιώργος και προσποιητά αλαφιασμένος φωνάζει με νόημα προς όλους στη διαπασών «παιδιά ήρθαν τα ζώα, βαράτε τα μπορντερά να βγαίνουν οι άδειες»
Πρώτες δημοσιεύσεις:
-«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 13, Μάιος 2003
-«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 196, 08.06.2003
Αρχές δεκαετίας του ΄60, οκτώ παρά δέκα, στο τμήμα εισαγωγών - πιστώσεων εξωτερικού το έλεγαν τότε - της Τράπεζας, αχνίζουν στο γκισέ καφέδες, τσάγια και τυλιγμένα σε χαρτί σάντουιτς, μόνιμη πρωινή μέριμνα του ασπρομάλλη καφετζή κυρ-Γιώργου κατά πάγιες παραγγελιές των υπαλλήλων, που ήδη έχουν αρχίσει να έρχονται στο τμήμα για δουλειά.
Ο Κώστας, πρώτος προϊστάμενος, βυθισμένος σε ανοιγμένους φακέλους σκαλίζει χαρτιά αλλά το μυαλό του ταξιδεύει στη γκόμενα της προηγούμενης βραδιάς που ως συνήθως δεν του κάθισε. Δίπλα ο Γιώργος, δεύτερος προϊστάμενος, με μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου παρά τη συννεφιασμένη μέρα, ένδειξη ότι είναι ξενύχτης και κατά πάγια τακτική σε αυτές τις περιπτώσεις έρχεται στην Τράπεζα κατευθείαν από το μπουζουκσίδικο. Φυσά με το τσιγάρο δαχτυλίδια πάνω από το γκισέ και σιγο-μουρμουρίζει το ρεφρέν από κάποιο λαϊκό άσμα που είναι του συρμού. Να σε λίγο και ο Ντίνος, άμεσος βοηθός του Γιώργου. Κατεβάζει τον καφέ από το γκισέ, ανάβει τσιγάρο και ρουφώντας αρχίζει να σχολιάζει μαζί του χαμηλόφωνα την αλλοπρόσαλλη διαιτησία του χθεσινοβραδινού αγώνα μπάσκετ και το «τι μαλάκας ρε παιδί μου» είναι η επωδός κάθε σχόλιου. Ο Κώστας σηκώνει από τα χαρτιά το κεφάλι, αγριοκοιτάζει προς το μέρος τους και με τον τραυλό τρόπο ομιλίας του σε έντονο ύφος τους κατακεραυνώνει «πααάλι για μεένα μιιιλάτε;». «Όχι ρε Κώστα», γυρνά ο Γιώργος, «πως σου ήρθε;» και εκείνος επιμένοντας «νααά γιατί ααάκουσα μαααλάκας». Δεν τολμά κανείς να γελάσει γιατί όλοι ξέρουν πως αντιδρά βίαια, όπως όταν τράβηξε ένα γερό ντιρέκτ στον Μίμη σε παρόμοια περίπτωση.
Ξαφνικά τα δύο φύλλα της ξύλινης με τετράγωνα τζαμάκια πάνε-έλα πόρτας του ορόφου ανοίγουν με θόρυβο ταυτόχρονα και εισβάλλουν τρεις αναψοκοκκινισμένες και χοντροκομμένες φάτσες με ένα μάτσο χαρτιά στα χέρια αλαλάζοντας «ήρθαν τα ζώα, ήρθαν τα ζώα» και πετώντας τα χαρτιά πάνω από το γκισέ στο γραφείο του Κώστα «βαράτε τα μπορντερά να βγαίνουν οι άδειες». Η πρωινή ηρεμία στο τμήμα χάνεται, όλοι αρχίζουν να βγάζουν τα έντυπα, ξεσκεπάζουν τις νέας τεχνολογίας γραφομηχανές, προσφορά του Σχεδίου Μάρσαλ δείχνει το τυπωμένο στο πλάι τους σχετικό σήμα, περνούν καρμπόν και βάζουν βιαστικά τα έντυπα στους κυλίνδρους. Οι καθυστερημένοι βλέπουν τον αναβρασμό και απορούν «ήρθαν τα ζώα, ήρθαν τα ζώα» απαντούν οι άλλοι.
Η σαρανταπεντάρα Ιωάννα έχει έρθει νωρίς, αλλά από ώρα βρίσκεται στην τουαλέτα για πρωινό κους-κους με τη Μαρία και μια τελευταία καλλωπιστική πινελιά στο πρόσωπο. Παρά την ηλικία και το ευτραφές της είναι τραβηκτική, «προπολεμική φρεγάδα με τα όλα της», όπως θα καταγράψει μεταγενέστερο λαϊκό τραγούδι ανάλογη περίπτωση. Αυτό το χρησιμοποιεί με τον τρόπο της για να καλμάρει καταστάσεις όταν κάποιος πελάτης περνάει τα όρια υπομονής του Κώστα ή του Γιώργου και η ρήξη είναι προ των θυρών. Καταφθάνει τρέχοντας στο τμήμα, ενώ τα τροφαντά καπούλια της ανεβοκατεβαίνουν «καλέ πρωί-πρωί τι φασαρία είναι αυτή;» «ήρθαν τα ζώα Ιωάννα» της ψιθυρίζει ο Γιώργος. Με ένα παρατεταμένο «ααα» κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή της και αρχίζει να ετοιμάζει βιαστικά τα έντυπα.
Ο μονόφθαλμος, γυάλινο το ένα μάτι, επικεφαλής του τμήματος υποδιευθυντής κύριος Μαναρίδης φθάνει ασθμαίνοντας στο γκισέ του Κώστα και του Γιώργου «κύριε Μελισσά και κύριε Θεουλίδη ήρθαν τα ζώα, ελάτε γρήγορα στο γραφείο μου». Είναι καλοσυνάτος και για πολλοστή φορά θέλει να εξηγήσει και να τους μεταλαμπαδεύσει πως πρέπει να ενεργούν «όταν έρχονται τα ζώα». Τους εξηγεί ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια φορτώνονται τα προηγούμενα βράδια σε βαγόνια από τη Γιουγκοσλαβία και πρέπει, αμέσως μόλις έρθουν, να γίνουν αστραπιαία όλες οι συναλλαγματικές διαδικασίες για την εισαγωγή, να κτυπηθούν στη γραφομηχανή τα borderaux για το έμβασμα στους φορτωτές εξωτερικού μέσω Clearing, να δακτυλογραφηθούν οι άδειες εισαγωγής και χέρι-χέρι να πάνε στην Τράπεζα της Ελλάδος για θεώρηση από τον ελεγκτή, «παρατηρητή» τον λένε, ώστε σε χρόνο μηδέν να δοθούν στους ζωεμπόρους, που αλαφιασμένοι τις περιμένουν για να εκτελωνίσουν. Κάθε καθυστέρηση μπορεί να αποβεί μοιραία γιατί τα ζώα, διψασμένα και νηστικά, κινδυνεύουν να ψοφήσουν πριν φτάσουν στα σφαγεία. «Και κάτι άλλο, η Τράπεζα έχει μεγάλο όφελος από αυτές τις δουλειές, στη βιασύνη τους δεν βλέπουν το ποσοστό προμήθειας που τους χρεώνουμε».
Η ομάδα στο τμήμα είναι καταπληκτική και στην πλάκα και στη δουλειά, ακόμη και σε αυτή την εκνευριστική της εισαγωγής των ζώων. Ο Γιώργος, μόνιμος χωρατατζής, όταν περνά η φούρια, πιάνει στο ψιλό τους ζωεμπόρους, ιδιαίτερα τους διαδόχους γιους τους με τους οποίους έχει την ίδια ηλικία «ρε Σώτο όλο ζώα-ζώα, δες τη μούρη σου στον καθρέφτη, αρχίζεις να τα μοιάζεις, είσαι και θρεφτάρι».
Εκείνοι επειδή τον ξέρουν και τον θαυμάζουν που είναι πρώτο νούμερο στην ομάδα μπάσκετ του ΠΑΟΚ, δέχονται τα πειράγματα χωρίς παρεξήγηση, πολλές φορές μάλιστα τον προκαλούν.
Με τον καιρό ο εκνευρισμός τέτοια πρωινά, όταν ανοίγει η διπλή πάνε-έλα ξύλινη με τα τετράγωνα τζαμάκια πόρτα του ορόφου, παύει να αναστατώνει το τμήμα. Πριν προλάβουν οι ζωέμποροι, σηκώνεται πρώτος από τη θέση του ο Γιώργος και προσποιητά αλαφιασμένος φωνάζει με νόημα προς όλους στη διαπασών «παιδιά ήρθαν τα ζώα, βαράτε τα μπορντερά να βγαίνουν οι άδειες»
Πρώτες δημοσιεύσεις:
-«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 13, Μάιος 2003
-«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 196, 08.06.2003
Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009
Μικρό ανέκδοτο πεζό κείμενο
(για να απολαύσετε το βίντεο πατήστε pause στη μουσική του ιστολογίου, στο τέλος της σελίδας, αριστερά)
Ήταν το πιο συχνό κυριακάτικο οδοιπορικό. Ανηφορίζαμε την Καυτανζόγλου μέχρι το ομώνυμο στάδιο με πρώτη ολιγόλεπτη στάση τα σκαλιά της ταβέρνας «Λαδά», το πάλαι ποτέ κόκκινο σπίτι, τόπο εκτελέσεων. Πανώρια μέχρι σήμερα τα τρία γέρικα κυπαρίσσια, παρά τα σφηνωμένα στους κόρφους τους βλήματα από τα γερμανικά πολυβόλα, που θέριζαν πατριώτες. Γύρω σκορπισμένα γυαλιά, πρόσφατα σπασμένα ουζο-μπούκαλα κάποιας παρέας που τό ’δωσε και κατάλαβε στη σκιά τους. Σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μήτρα σωστή, απέναντι ο μυχός Θερμαϊκού από Μεγάλο Καράμπουρνο μέχρι λιμάνι και η χιονισμένη κορφή του Ολύμπου.
Από κει παίρναμε τον χωματόδρομο μέσα στο δάσος του Σέϊχ-Σου, τα «Χίλια Δέντρα». Πάντοτε σαν τον διαβαίναμε μου έρχονταν στο νου οι στίχοι του Γιώργου Ιωάννου «Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό πάνε τα Χίλια Δέντρα, θα τα κάψουν», από την δεύτερη ποιητική του συλλογή, με το παραστατικό εξώφυλλο του Κάρολου Τσίζεκ. Βγαίνοντας από το δάσος, δεύτερη στάση τα σκαλιά του αναψυκτήριου «Κεδρηνός Λόφος». Κατηφόρισμα προς το εκκλησάκι του Αγίου Παύλου και μετά ανηφόρα, κατά πως πηγαίνει ο ασφαλτοστρωμένος ελικοειδής δρόμος, μέχρι την ευθεία που τρέχει παράλληλα με το κάστρο. Φάτσα η πρώτη Πορτάρα, έξοδος οχημάτων προς την πόλη, αριστερά η Μονή Βλατάδων, δεξιά η δεύτερη Πορτάρα με το Ναό των Αγίων Αναργύρων στο βάθος. Από κει η νέα ανηφόρα μάς οδηγούσε από μόνη της στο Επταπύργιο, περισσότερο γνωστό ως Γεντί-Κουλέ.
Αρχές Μάρτη, γλυκό κυριακάτικο πρωινό. «Θα βάλω κάτι ελαφρύ από πάνω, κατά πού βλέπεις να πηγαίνουμε;» ρωτώ την Ελένη. «Στην Πάνω Πόλη, καιρό έχουμε να πάμε». «Με τα πόδια ε;». «Περασμένα μεγαλεία», μου διαμήνυσε το λοξό ειρωνικό της βλέμμα.
Ταξί βρήκαμε αμέσως, «στην Πάνω Πόλη», λέω στον καλόβολο νεαρό που οδηγούσε. Όταν λέγαμε «Πάνω Πόλη» εννοούσαμε τη Μονή Βλατάδων. Από κει παίρναμε την Δημητρίου Πολιορκητού και κατηφορίζαμε αργά προς τον πολιτισμένο κόσμο των απρόσωπων πολυκατοικιών, απολαμβάνοντας αυτά που από παιδιά μας έλειψαν: καλντερίμια να διασχίζουν φρεσκο-ασβεστωμένα σπιτάκια με ανοιχτά στο φως παραθύρια, από όπου ξεχύνονταν λογής μυρωδιές, προετοιμασία του καλού κυριακάτικου φαγητού, λαϊκά άσματα στη διαπασών και γατάκια σε πρώτο πλάνο να λούζονται ανέμελα και μεγαλόπρεπα. Αναψοκοκκινισμένα παιδιά, ξοπίσω τους σκυλιά, να τρέχουν ανάμεσα σε περικοκλάδες και αγριολούλουδα στα ξέφωτα. «Δεν πάμε κατευθείαν στο Επταπύργιο και κατηφορίζουμε από κει;». Συμφωνήσαμε και ο ταξιτζής πήρε το μήνυμα. Πριν το Βελλείδιο, πήξιμο. «Γιατί έτσι;» «τιμούν τον Νίκο Γκάλη σήμερα», είπα, «μα πάλι;» και έκοψε από την Γ΄Σεπτεμβρίου για να ξεφύγει.
Ένα παρόμοιο πρωινό του ΄85 είχαμε επισκεφθεί το Γεντί-Κουλέ με ποδαράτο δρομολόγιο. Στεγάζονταν ακόμη εκεί οι περιβόητες φυλακές, που η ιστορία τους ξεκίνησε το 1890 και έληξε το 1989 όταν μεταφέρθηκαν στα Διαβατά. Χαμός μπροστά στην είσοδο από λογής κόσμο, ανάμεσα σε μικροπωλητές κάθε είδους, εν αναμονή του επισκεπτηρίου. Θυμήθηκα τότε που δεκάχρονο παιδί, το 1948, με τη μητέρα πήγαμε να επισκεφθούμε τον θείο Λεβιδά, κλεισμένο ισόβια μετά τα Δεκεμβριανά της Αθήνας.
«Τι τον έχει τον κρατούμενο ο μικρός;», ρώτησε ένας κοιλαράς μουστακαλής αρχι-χωροφύλακας, «αν δεν είναι πατέρας ή αδελφός δεν μπορεί να μπει μέσα».
Έμεινα στο Χωροφυλακείο περιμένοντας τη μητέρα, ενώ ο καλοθρεμμένος επικεφαλής διαπληκτίζονταν για παρόμοιους λόγους με τους επισκέπτες που αγωνιούσαν να δουν για λίγο τους δικούς τους.
Την άλλη μέρα ήρθε σπίτι η κλήση από την Εθνική Ασφάλεια. «Τι τον έχετε τον κρατούμενο Λεβιδά;» και άλλα παρόμοια ανακριτικά. Έδωσε εξηγήσεις η μητέρα. «Και γιατί τον επισκεφθήκατε;» «Λίγο σπιτικό φαγητό και γλυκά, πώς να το κάνουμε έχουμε το ίδιο αίμα». «Αυτοί, κυρά μου, πήγαν να πιουν το δικό μας αίμα. Που τους ταϊζουμε πολύ τους είναι. Προσέξτε γιατί όλα αυτά γράφονται». Όχι πως φοβήθηκε αλλά, για να αποφεύγει την ανακριτική διαδικασία, τις επόμενες φορές επισκέπτονταν τον θείο Λεβιδά με μια χριστιανική οργάνωση, οπότε δεν γίνονταν έλεγχος ταυτοτήτων.
Μετά από χρόνια δυο τενεκέδες λάδι από την Καλαμάτα έφτασαν στο σπίτι και το σημείωμα : «Ευδοξία, ευχαριστώ. Δεν ήταν το σπιτικό φαγητό και τα γλυκά, ήταν το πρόσωπό σου, ένα παράθυρο στον έξω κόσμο για μένα. Λεβιδάς».
Κατεβήκαμε από το ταξί. «Κοίταξε, η πόρτα είναι ανοιχτή». Διαβάσαμε στην είσοδο ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού, ο εσωτερικός χώρος ήταν επισκέψιμος. Μόλις δρασκελίσαμε το κατώφλι μάς περόνιασε υγρασία και το φως λιγόστεψε αισθητά. Παρατηρούσαμε τη δομή των τειχών. Παράταιρα υλικά, μάρμαρα ιστορημένα, κολώνες λοξοβαλμένες, ογκώδεις πέτρες, σίδερα, έδιναν την αίσθηση βιαστικής επισκευής ύστερα ίσως από κάποια επιδρομή στο φρούριο. Ανεβήκαμε μια σιδερένια ανεμόσκαλα και βρεθήκαμε στο κεντρικό φυλάκιο που δέσποζε στη μέση. Από κάτω στριμωγμένη μια εκκλησούλα του Αγίου Ελευθερίου, «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν» η επιγραφή στο υπέρθυρο. Γύρω τρία τριώροφα νεώτερα κτίσματα, οι ανδρικές φυλακές. Γυναικείες και στρατιωτικές σε εξωτερικά κτίσματα. Μπροστά οι χώροι όπου προαυλίζονταν οι κρατούμενοι. Πάνω τους ορθώνονταν δράκοι σωστοί τα πελώρια τείχη κτισμένα τους βυζαντινούς, παλαιολόγειους και μεταβυζαντινούς, χρόνους.
«Βλέπω καλά, έχει χιόνια εκεί στη βάση του τείχους;», ρώτησα την κοπελίτσα που μας έδωσε το ενημερωτικό της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. «Καλά βλέπετε, παρόλο που έχουν περάσει δέκα μέρες από τον χιονιά και όλα στην πόλη έχουν λιώσει, εδώ μένουν γιατί δεν τα φτάνει ο ήλιος».
Κατεβήκαμε πάλι την ανεμόσκαλα και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο μέσα από στενούς και ανήλιαγους διαδρόμους, με σιδερένιες πόρτες δεξιά, αριστερά και μικρά συρταρωτά παράθυρα στο ύψος του ματιού. Άπλωσα το χέρι και αγγίζοντας τις χοντρές σκουριασμένες αμπάρες ένιωσα το ίδιο περόνιασμα όπως όταν μπαίναμε. «Οσμίσου κάθε γωνιάς το δάκρυ και το αίμα καθώς περιδιαβαίνεις τον χώρο αυτόν του μαρτυρίου. Κυριακή 2 Μαρτίου 2003», έγραψα στο βιβλίο επισκεπτών που υπήρχε στο κεφαλόσκαλο.
Πρώτες δημοσιεύσεις:
-«ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 187, 06.04.2003
-«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 14/2005
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009
Ανέκδοτο μικρό πεζό κείμενο σχετικό με την πιο κάτω φωτογραφία
Ας κάνουμε ρίζες εδώ
«Έλα μπάρμπα, πες μας για τη γουρούνα που μέθυσε στο κατώι και φεύγουμε».
«Βρε τζαναμπέτηδες πάλι θέτε να με κογιονάρετε. Άντε σπίτι κι η Μαριγώ θα περιμένει».
Το ίδιο βιολί κάθε βράδυ. Με το που έκλειναν το μπακάλικό τους στην Αετοράχης, τα δυο αδέλφια Θανάσης και Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου του μπάρμπα τους για μουχαμπέτι και ιστορίες από τα παλιά. Ήταν η ώρα που ο μπάρμπα-Νικόλας ρουφούσε δίπλα στο σοφά τα δυο καθιερωμένα ποτηράκια κοκκινέλι και η σκέψη του ταξίδευε χρόνια πίσω στο Τσανάκαλε. Μεγαλομπακάλης τότε με όλα τα καλά στο μαγαζί και μεγάλη πελατεία και από τα γύρω χωριά.
Εκεί του το πρόλαβαν οι καλοθελητές των αδελφάδων του. «Η προκομμένη και αψήφιστη γυναίκα σου η Ζωγράφω αφήκε τη μεγάλη γουρούνα να μπει στο κατώι. Άνοιξε την κάνουλα του μεγάλου ξυλοβάρελου και πλημμύρισε το κατώι με εκατόν πενήντα οκάδες κόκκινο κρασί δέκα οχτώ χρονών». «Η Ζωγράφω μου να είναι καλά», και συνέχισε τους λογαριασμούς στο χοντρό τεφτέρι μπροστά του σαλιώνοντας το μολύβι χωρίς να σηκώσει κεφάλι. Μέσα του όμως τον έτρωγε. Θες να πάνε αυτές και να κακοκαρδίσουν τη Ζωγράφω. Μια και δυο στο σπίτι. Σαν χώθηκε στο κατώι τον έπιασε γέλιο σπαρταριστό. Η μεγάλη γουρούνα μέχρι την κοιλιά στο κρασί βολόδερνε και τρίκλιζε κουτουλώντας από τον ένα στον άλλο τοίχο. Τού’μεινε αυτό και κάθε φορά που διηγούνταν το περιστατικό λυνόταν στα γέλια, κάνοντας τις κινήσεις της μεθυσμένης γουρούνας.
Εκεί στο μπακάλικο έφτασε και το μαντάτο από το τουρκάκι παραγιό του ότι αρματωμένοι καβαλάρηδες έζωσαν το χωριό. «Αφεντικό εμείς σας αγαπάμε. Μα αυτοί είναι ξενόφερτοι με άγριες διαθέσεις για τους Ρωμιούς». Δυο χούφτες πεντόλιρα έκρυψε βιαστικά μέσα στο σακί με τα φασόλια και τρεχάτος στο σπίτι. Πανικός στη γειτονιά. Όλοι φόρτωναν ότι μπόραγαν σε σούστες και κάρα και αλαφιασμένοι έφευγαν, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι για τα που είναι η σωτηρία. Το ίδιο και ο μπάρμπα-Νικόλας. Λίγα μπακίρια, μερικά προικιά των κοριτσιών, τη ραπτομηχανή χεριού Singer, νερό και λίγο κολατσιό για το δρόμο. Μπροστά ο ίδιος στο κουμάντο. Δίπλα η Ζωγράφω, πίσω, πάνω στη Singer, που έκαναν καναπέ για να την κρύψουν κιόλας, η κατάκοιτη από χρόνια κουνιάδα του Τριανταφυλλιά και πιο πίσω κολλητά το ένα πάνω στο άλλο τα
τέσσερα κορίτσια τους, η Σοφία, η Βασώ, η Θεοδίτσα και η τρίχρονη
Ευδοξία. «Οι μεγάλες βάλτε μαύρα τσεμπέρια και ρούχα, πασαλείψτε
μούτρα και χέρια με λάσπη και σβουνιές να φαίνεστε λερές γριές, μη σας αρπάξουν στο δρόμο οι Τούρκοι για την Ανατολή».
Μερόνυχτα στο δρόμο. Σαν έφτασαν στη θάλασσα, κοσμοπλημμύρα. Με τα πολλά μπήκαν σε βαπόρι κατά πως τους πήγε το κύμα του κόσμου. Πήραν μια ανάσα, όμως το άγνωστο δεν άφησε τους μεγάλους να κλείσουν μάτι. Δυο μέρες μετά αντίκρισαν βουνά. «Η Σαλονίκη», φώναξαν αυτοί που ήξεραν.
Τους άδειασαν στην παραλία σε κάτι μακρινάρια θαλάμους, το απολυμαντήριο, όπως τους είπαν. «Μια εβδομάδα εδώ και μετά θα σας τακτοποιήσουμε». Σε δέκα μέρες τους πήραν και, αφού διέσχισαν με κάρα μια άγνωστη σε όλους πόλη, τους έφεραν σε ένα μεγάλο τσαίρι, το Λεμπέτ, έμαθαν μετά. Δυο, τρεις οικογένειες στο τσαντίρι. Γυφτιά, πείνα, το νερό λίγο και ο Βαρδάρης του ’14 να τους ξυρίζει. ΄Εξι μήνες εκεί. Μετά, ο Χρήστος, ο γιος τους, που από χρόνια είχε μπαρκάρει λαθραία στην Αμέρικα μη και υπηρετήσει στον τούρκικο στρατό, τους έστειλε το τσεκ. Πρώτο τους μέλημα να φύγουν από το Λεμπέτ, να βάλουν κεραμίδι στο κεφάλι τους. Το ημιυπόγειο στην Αετοράχης τους φάνηκε παλάτι. Το ασβέστωσαν το συγύρισαν και άρχισαν να οργανώνουν τη ζωή τους. Οι μεγάλες κόρες σε θελήματα. Δύσκολες οι δουλειές για τους πρόσφυγες, τους έβλεπαν με μισό μάτι. Πόσο τους πόναγε, νοικοκυραίοι αυτοί στον τόπο τους, να ακούν τους ντόπιους να λένε πως είχαν στη δούλεψή τους δυο ανθρώπους και έναν πρόσφυγα. Η μικρή στο σχολείο. Έξυπνη, πρώτη μαθήτρια, ήθελε να γίνει δασκάλα.
Σαν έφτασε το ΄17 άρχισαν να ξεσηκώνουν τον μπάρμπα-Νικόλα οι συγχωριανοί να γυρίσουν πίσω στο Τσανάκαλε. «Νικόλα, τα πράγματα ηρέμησαν. Τα καλαμπόκια είναι δυο μπόγια στην ξεκούραστη γη της πατρίδας». «Δεν ησυχάζει το Τουρκιό. Σιμά θα έχουμε τα ίδια. Μοίρα μας να ξεριζωθούμε ήταν από κει. Ας κάνουμε ρίζες εδώ». Αν και με λίγα γράμματα, τετράγωνο μυαλό ο μπάρμπα-Νικόλας. Το ΄22 τον δικαίωσε.
Όμως τα βράδια, σαν ο Θανάσης και ο Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου της οδού Αετοράχης, παρόλο που δεν ήθελε να το δείχνει, αναπολούσε με λαχτάρα τα παλιά και μιμούνταν με γέλια τα κουνήματα της μεθυσμένης γουρούνας στο πλημμυρισμένο με κόκκινο
κρασί κατώι του Τσανάκαλε.
Πρώτες δημοσιεύσεις
- «ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 12, Δεκέμβριος 2002
- «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 242, 25.04.04
«Έλα μπάρμπα, πες μας για τη γουρούνα που μέθυσε στο κατώι και φεύγουμε».
«Βρε τζαναμπέτηδες πάλι θέτε να με κογιονάρετε. Άντε σπίτι κι η Μαριγώ θα περιμένει».
Το ίδιο βιολί κάθε βράδυ. Με το που έκλειναν το μπακάλικό τους στην Αετοράχης, τα δυο αδέλφια Θανάσης και Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου του μπάρμπα τους για μουχαμπέτι και ιστορίες από τα παλιά. Ήταν η ώρα που ο μπάρμπα-Νικόλας ρουφούσε δίπλα στο σοφά τα δυο καθιερωμένα ποτηράκια κοκκινέλι και η σκέψη του ταξίδευε χρόνια πίσω στο Τσανάκαλε. Μεγαλομπακάλης τότε με όλα τα καλά στο μαγαζί και μεγάλη πελατεία και από τα γύρω χωριά.
Εκεί του το πρόλαβαν οι καλοθελητές των αδελφάδων του. «Η προκομμένη και αψήφιστη γυναίκα σου η Ζωγράφω αφήκε τη μεγάλη γουρούνα να μπει στο κατώι. Άνοιξε την κάνουλα του μεγάλου ξυλοβάρελου και πλημμύρισε το κατώι με εκατόν πενήντα οκάδες κόκκινο κρασί δέκα οχτώ χρονών». «Η Ζωγράφω μου να είναι καλά», και συνέχισε τους λογαριασμούς στο χοντρό τεφτέρι μπροστά του σαλιώνοντας το μολύβι χωρίς να σηκώσει κεφάλι. Μέσα του όμως τον έτρωγε. Θες να πάνε αυτές και να κακοκαρδίσουν τη Ζωγράφω. Μια και δυο στο σπίτι. Σαν χώθηκε στο κατώι τον έπιασε γέλιο σπαρταριστό. Η μεγάλη γουρούνα μέχρι την κοιλιά στο κρασί βολόδερνε και τρίκλιζε κουτουλώντας από τον ένα στον άλλο τοίχο. Τού’μεινε αυτό και κάθε φορά που διηγούνταν το περιστατικό λυνόταν στα γέλια, κάνοντας τις κινήσεις της μεθυσμένης γουρούνας.
Εκεί στο μπακάλικο έφτασε και το μαντάτο από το τουρκάκι παραγιό του ότι αρματωμένοι καβαλάρηδες έζωσαν το χωριό. «Αφεντικό εμείς σας αγαπάμε. Μα αυτοί είναι ξενόφερτοι με άγριες διαθέσεις για τους Ρωμιούς». Δυο χούφτες πεντόλιρα έκρυψε βιαστικά μέσα στο σακί με τα φασόλια και τρεχάτος στο σπίτι. Πανικός στη γειτονιά. Όλοι φόρτωναν ότι μπόραγαν σε σούστες και κάρα και αλαφιασμένοι έφευγαν, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι για τα που είναι η σωτηρία. Το ίδιο και ο μπάρμπα-Νικόλας. Λίγα μπακίρια, μερικά προικιά των κοριτσιών, τη ραπτομηχανή χεριού Singer, νερό και λίγο κολατσιό για το δρόμο. Μπροστά ο ίδιος στο κουμάντο. Δίπλα η Ζωγράφω, πίσω, πάνω στη Singer, που έκαναν καναπέ για να την κρύψουν κιόλας, η κατάκοιτη από χρόνια κουνιάδα του Τριανταφυλλιά και πιο πίσω κολλητά το ένα πάνω στο άλλο τα
τέσσερα κορίτσια τους, η Σοφία, η Βασώ, η Θεοδίτσα και η τρίχρονη
Ευδοξία. «Οι μεγάλες βάλτε μαύρα τσεμπέρια και ρούχα, πασαλείψτε
μούτρα και χέρια με λάσπη και σβουνιές να φαίνεστε λερές γριές, μη σας αρπάξουν στο δρόμο οι Τούρκοι για την Ανατολή».
Μερόνυχτα στο δρόμο. Σαν έφτασαν στη θάλασσα, κοσμοπλημμύρα. Με τα πολλά μπήκαν σε βαπόρι κατά πως τους πήγε το κύμα του κόσμου. Πήραν μια ανάσα, όμως το άγνωστο δεν άφησε τους μεγάλους να κλείσουν μάτι. Δυο μέρες μετά αντίκρισαν βουνά. «Η Σαλονίκη», φώναξαν αυτοί που ήξεραν.
Τους άδειασαν στην παραλία σε κάτι μακρινάρια θαλάμους, το απολυμαντήριο, όπως τους είπαν. «Μια εβδομάδα εδώ και μετά θα σας τακτοποιήσουμε». Σε δέκα μέρες τους πήραν και, αφού διέσχισαν με κάρα μια άγνωστη σε όλους πόλη, τους έφεραν σε ένα μεγάλο τσαίρι, το Λεμπέτ, έμαθαν μετά. Δυο, τρεις οικογένειες στο τσαντίρι. Γυφτιά, πείνα, το νερό λίγο και ο Βαρδάρης του ’14 να τους ξυρίζει. ΄Εξι μήνες εκεί. Μετά, ο Χρήστος, ο γιος τους, που από χρόνια είχε μπαρκάρει λαθραία στην Αμέρικα μη και υπηρετήσει στον τούρκικο στρατό, τους έστειλε το τσεκ. Πρώτο τους μέλημα να φύγουν από το Λεμπέτ, να βάλουν κεραμίδι στο κεφάλι τους. Το ημιυπόγειο στην Αετοράχης τους φάνηκε παλάτι. Το ασβέστωσαν το συγύρισαν και άρχισαν να οργανώνουν τη ζωή τους. Οι μεγάλες κόρες σε θελήματα. Δύσκολες οι δουλειές για τους πρόσφυγες, τους έβλεπαν με μισό μάτι. Πόσο τους πόναγε, νοικοκυραίοι αυτοί στον τόπο τους, να ακούν τους ντόπιους να λένε πως είχαν στη δούλεψή τους δυο ανθρώπους και έναν πρόσφυγα. Η μικρή στο σχολείο. Έξυπνη, πρώτη μαθήτρια, ήθελε να γίνει δασκάλα.
Σαν έφτασε το ΄17 άρχισαν να ξεσηκώνουν τον μπάρμπα-Νικόλα οι συγχωριανοί να γυρίσουν πίσω στο Τσανάκαλε. «Νικόλα, τα πράγματα ηρέμησαν. Τα καλαμπόκια είναι δυο μπόγια στην ξεκούραστη γη της πατρίδας». «Δεν ησυχάζει το Τουρκιό. Σιμά θα έχουμε τα ίδια. Μοίρα μας να ξεριζωθούμε ήταν από κει. Ας κάνουμε ρίζες εδώ». Αν και με λίγα γράμματα, τετράγωνο μυαλό ο μπάρμπα-Νικόλας. Το ΄22 τον δικαίωσε.
Όμως τα βράδια, σαν ο Θανάσης και ο Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου της οδού Αετοράχης, παρόλο που δεν ήθελε να το δείχνει, αναπολούσε με λαχτάρα τα παλιά και μιμούνταν με γέλια τα κουνήματα της μεθυσμένης γουρούνας στο πλημμυρισμένο με κόκκινο
κρασί κατώι του Τσανάκαλε.
Πρώτες δημοσιεύσεις
- «ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 12, Δεκέμβριος 2002
- «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», ένθετο εφημερίδας «Μακεδονία», τεύχος 242, 25.04.04
Ετικέτες
ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (Ανέκδοτα)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




