Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Μια κάρτα από Θεσσαλονίκη με ευχές για Καλή Χρονιά...


σε όλους τους αγαπητούς φίλους του διαδικτύου.

(Έργο: "Καταγραφές Θεσσαλονίκης", Τέμπερα 50Χ70 εκ., 1996, Συλλογή ΙΑΝΟΣ "Η Θεσσαλονίκη των ζωγράφων")

Ευχές θερμές για μια όμορφη και ανθοστόλιστη χρονιά...


...όπως η κοπελλίτσα στη ζωγραφιά!!!

Ας ονειρευτούμε μέσα στη νέα χρονιά...


...Ένα όνειρο γλυκό η ίδια η ζωή. Στο χέρι μας να μην την κάνουμε εφιάλτη.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ...


...για το βιβλίο του "Ο δρόμος για την Ουρανούπολη".

ΜΠΡΑΒΟ, ΜΠΡΑΒΟ Τόλη!!! Χριστουγεννιάτικο δώρο στους φίλους σου και όσους αγαπούν την γραφή σου. Καιρός ήταν και μιά δημόσια αναγνώριση.

"Ο δρόμος για την Ουρανούπολη" (το εξώφυλλο του βιβλίου)


Κείμενο οπισθοφύλλου:

Ο δρόμος για την Ουρανούπολη

Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια που ακούει σιωπηλή τον συγγραφέα, ο γιός του ζαχαροπλάστη που θα άλλαζε τον κόσμο με ζωγραφιές, τα ποιήματα και η θέα απ’ την εξέδρα της μικρής πόλης. Εκείνος που έχει ξεχάσει εντελώς τα ουσιώδη αλλά θυμάται καθαρά τις λεπτομέρειες, οι επευφημίες και τα χειροκροτήματα, πράγματα κοινά που ξάφνου γίνονται σπουδαία και σημαντικά. Ο άντρας που ήταν κάποτε βαρύς και ασήκωτος και το αδέσποτο σκυλί που υιοθέτησε έναν γάτο.

Κι ακόμη, τα υψίπεδα της νοημοσύνης και η ανταμοιβή της, τα πολιτιστικά σωματεία που έγιναν γραφείο ταξιδιών και κομμωτήριο, οι ανθρώπινοι πόροι, ο ευρύτερος του δημοσίου και οι διαφημιστικές εκστρατείες για τα αρχαία ερείπια. Τα μυστικά που είναι γραμμένα στο νερό, μια χώρα δίχως μονοπάτι, η ατέλειωτη πορεία προς τη θάλασσα και την πατρίδα. Εκείνοι που δίνουν το χέρι και τιμούν τον λόγο τους και τα σκληρά παγκάκια του Λευκού Πύργου.

Μετά τα μυθιστορήματα Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα (2005) και Η εξαίσια ηδονή του βιασμού (2006), δώδεκα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου σε πρώτο πρόσωπο. Καλογραμμένα, ειρωνικά, συγκινητικά. Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια, η κληρονομιά μιας γενιάς και ο δρόμος για την Ουρανούπολη. Τώρα που δεν υπάρχει δρόμος, ποιος είναι ο δρόμος για την Ουρανούπολη;

Ζωγραφιά "Ο δρόμος για την Ουρανούπολη",...


...εμπνευσμένη από το ομότιτλο βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Καλά Χριστούγεννα...


...με την ευχή να ξαναβρούμε αυτές τις μέρες, έστω για λίγο, τη χαμένη μας παιδικότητα. Δεν θέλουν πολλά οι παιδικές ψυχούλες για να γεμίσουν χαρά.

(Ζωγραφιά, η δεύτερη, εμπνευσμένη από το ποίημα του Τόλη Νικηφόρου "Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα")

Χριστουγεννιάτικο διήγημα

Παραμονή Χριστουγέννων του ’43

Ο πατέρας γύρισε κι εκείνο το βράδυ την ίδια ώρα από τη ΧΕΝ. Ακούμπησε στην κουζίνα αποσταμένος τα δυο κονσερβοκούτια με φαγητό, κάθισε στη μοναδική ξύλινη καρέκλα και έβγαλε τα λιωμένα παπούτσια. Πιο πολύ τον προφύλαγαν τα τσουράπια που είχε πλέξει η γιαγιά. Ξεσκέπασε προσεκτικά τα τενεκεδάκια και τα έβαλε στο συρμάτινο φανάρι που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο. Κάθε βράδυ το ίδιο. ΄Ηταν η μερίδα που δικαιούνταν κάθε εργαζόμενος στο μαγειρείο της ΧΕΝ. Την έφερνε σπίτι για να μας κρατά όρθιους τις δύσκολες εκείνες μέρες της κατοχής. «Εγώ χορταίνω από τις μυρωδιές», έλεγε στη μητέρα, όταν τον πίεζε να πάρει κι αυτός μια μπουκιά. Ακόμη και ο σκύλος μας ο Μπόμπης κρατιόταν από το φαγητό που έφερνε ο πατέρας. Η μητέρα γέμιζε με νερό τα άδεια τενεκέδια και γέμιζε τη γαβάθα του. Με όση δύναμη απόμενε στο σκελετωμένο του κορμί σηκώνονταν στα πίσω πόδια και με τη γλώσσα ρουφούσε το νεροζούμι στον αέρα. Μετά έχωνε τη μουσούδα στη γαβάθα αδειάζοντάς την στη στιγμή χωρίς ανάσα. Όλο το υπόλοιπο βράδυ περνούσε γλείφοντάς την. Τον άκουγα να τη σέρνει εδώ και κει μέσα στην αυλή καθώς κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο.

Ο μισθός του πατέρα ελάχιστα βοηθούσε. Το χαρτονόμισμα ξευτελίζονταν κάθε στιγμή μέσα στη μέρα. Αν είχες λίρες, στάρι, λάδι, όσπρια ή άλλα τέτοια βασικά ήσουν βασιλιάς. Το ψωμί σπάνια έμπαινε στο σπίτι. ΄Ολη η προίκα της μητέρας είχε ανταλλαγεί στα γύρω χωριά για μισό σακί καλαμπόκι ή φασόλια και σπάνια λίγο στάρι.

Χωρίς να βγάλει το πανωφόρι μπήκε στο δωμάτιο. Στο μικρό σιδερένιο κρεβάτι ξαπλωμένοι η μητέρα και η γιαγιά στις δυο άκρες και στη μέση ο αδελφός μου κι εγώ, σκεπασμένοι με το πάπλωμα που είχε απομείνει και από πάνω μια κουρελού. Ο πατέρας ακούμπησε το χέρι στη μεγάλη σιδερένια σόμπα δίπλα στο κρεβάτι. «Το τελευταίο ξύλο έριξα το μεσημέρι», λέει η μητέρα, «έχει χωνέψει από ώρα και κρύωναν τα παιδιά». Παρακολουθούσαμε τον πατέρα με τα μάτια μόνο έξω από τα σκεπάσματα. Αμήχανος κοίταξε από το παράθυρο στην αυλή. Το τελευταίο χοντρό δέντρο το είχε κόψει τρεις μέρες πριν. Τα άλλα ήταν λιγνά, ίδια με μας. Απότομα ανοίγει το παράθυρο. «Γιάννη τι κάνεις τρελάθηκες έχει παγωνιά», άρχισε να φωνάζει η μητέρα. Αρπάζει το μεγάλο τραπέζι που ήταν στο δωμάτιο το γυρίζει στο πλάι και το σπρώχνει στο ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή. Θυμάμαι τα καλοκαίρια που το βγάζαμε στην αυλή για να γίνει πιο ευρύχωρο το δωμάτιο, δεν χώραγε από καμιά πόρτα. Το σήκωσε με όση δύναμη του απόμενε και το άφησε να πέσει έξω. Με νευρικές γρήγορες κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και παίρνοντας το μικρό τσεκουράκι βγήκε έξω. Πετάχτηκα βολίδα από το κρεβάτι και κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι. Ο πατέρας όλο μανία, λες και μισούσε το τραπέζι, άρχισε να το κομματιάζει με απανωτές τσεκουριές.

Σαν τέλειωσε, ξεδιάλεξε και έφερε μέσα τα χοντρά κομμάτια, πόδια και πλαϊνά. Η σόμπα ήταν αρκετά ψηλή, λίγο πιο πάνω από το μπόι μου. Την άνοιξε από πάνω βγάζοντας όλα τα στρόγγυλα στεφάνια και έχωσε μέσα όσα κομμάτια χωρούσαν. Από το μπροστινό κάτω άνοιγμα στρίμωξε τα μικρότερα. Σε ένα από αυτά πλησίασε το τσακμάκι και αφού προσπάθησε δυο τρεις φορές του έβαλε φωτιά. ΄Αρπαξαν όλα, σε λίγο η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει και τα πλαϊνά της κοκκίνισαν. Το δωμάτιο πήρε μια θαλπωρή. Πετάξαμε τα σκεπάσματα και ανακαθίσαμε στο κρεβάτι.

΄Εξω είχε αρχίσει να αγριεύει ο καιρός. Μόνο οι κάργες πετούσαν πάνω από τα πεύκα του 50ού Συντάγματος που μερικές φορές κατέβαιναν στα πρανή του λάκκου ψάχνοντας άδικα για κανένα φαγώσιμο. Δεν άργησαν οι πρώτες σπυρωτές χιονονιφάδες να κτυπούν το τζάμι του δωματίου καθώς τις στροβίλιζε ο αέρας.

Καθόμασταν αμίλητοι και ευχαριστιόμασταν τη ζέστη που είχε πια απλωθεί παντού. «Δέντρο δεν θα κάνουμε;», πετάχτηκα σπάζοντας τη σιγή. Γύρισαν και με κοίταξαν αμίλητοι. «Θέλω δέντρο», ξαναείπα. «Να έχουμε έξω στην αυλή» λέει η γιαγιά και δείχνει το μικρό κυπαρισσάκι που έφερε και φύτεψε στην αυλή την προηγούμενη χρονιά ο πατέρας όταν το βρήκε ξεριζωμένο μέσα στα χαλάσματα της παλιάς ΄Εκθεσης. «Εγώ θέλω δέντρο Χριστουγεννιάτικο, όχι τέτοιο». Με κοίταξε ο πατέρας για λίγο και μετά αρπάζοντας το πανωφόρι βγήκε έξω. Πέρασε αρκετή ώρα και η μητέρα κοίταζε ανήσυχη από το παράθυρο. Η γιαγιά, πάντα πιο ψύχραιμη, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά της χαμηλά στη μύτη ήταν συγκεντρωμένη στο πλέξιμο. «Που πάει πάλι αυτός ο άνθρωπος. ΄Εξω γίνεται χαλασμός, κουρασμένος είναι και όπου νά’ναι αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Δεν λες και συ κάτι μητέρα;», λέει στη γιαγιά. Η γιαγιά τράβηξε την κλωστή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι και δεν είπε κουβέντα. «Πάντα έτσι αψήφιστη ήσουν, αλλά να μην ενδιαφέρεσαι και για τον γιο σου, τι να πω». Η βουβαμάρα συνεχίστηκε μέχρι που ακούστηκε το κουδουνάκι της ξύλινης καγκελόπορτας της αυλής. Σε λίγο φάνηκε η σιλουέτα του πατέρα έξω από το τζάμι έχοντας κάτι στον ώμο. «Μας έφερε δέντρο μαμά», αναφώνησα. Ένα ακρόκλωνο από πεύκο, που πάνω του ακόμη δεν είχαν λιώσει οι νιφάδες από το χιόνι που έπεφτε.

Το στήσαμε σε μια γλάστρα, κρεμάσαμε πολύχρωμα κουρελάκια, κόψαμε σε πολλά κομμάτια μερικά κεριά, που είχε κάνει η γιαγιά από γουρουνίσιο λίπος για να μας φωτίζουν το βράδι και τα δέσαμε εδώ και κει. Το φως τους έδωσε άλλη ζεστασιά στο κρύο δωμάτιο. «Τώρα ύπνο παιδιά, αύριο θα μας πείτε τα κάλαντα κάτω από το δέντρο», χαμογέλασε και μας σκέπασε η μητέρα.

Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Έτρεξα κάτω από το δέντρο, το μύρισα, το χάϊδεψα απαλά και, δεν ξέρω πως μου ήρθε, άρχισα να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο μπερδεύοντας όπως πάντα την «όψη» με την «κόψη».


Πρώτη δημοσίευση
Εφημερίδα «Αγγελιοφόρος», φύλλο παραμονής Χριστουγέννων, 24.12.2006

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Η παρέα του "Ντορέ"

Η παρέα του "Ντορέ"


Μπορεί η Μικρή Πινακοθήκη "Διαγώνιος" να έκλεισε εδώ και χρόνια, όμως στενοί συνεργάτες της ανταμώνουν κάθε δεύτερη Τρίτη στον ζεστό χώρο του ιστορικού "Ντορέ". Ατέλειωτες συζητήσεις περί εικαστικών, ποίησης, λογοτεχνίας και άλλων. Πέντε με δέκα φίλοι κάθε φορά, με σταθερή παρουσία του Ντίνου Χριστιανόπουλου που, παρά την ηλικία και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε πριν λίγα χρόνια, δεν το βάζει κάτω.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Έρωτας κάτω απ'τη χειμωνιάτικη πανσέληνο


Ερωτευμένοι προλαβαίνετε. Ξέρετε πότε είναι η επόμενη πανσέληνος;

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Με τον Μίκη Θεοδωράκη στον ΙΑΝΟ (13.03.1998)

"Αντάρτης" (Τέμπερα, 31Χ43 εκ., 1982)


Πολύ μικρό προσωπικό αντίδωρο στον Μίκη Θεοδωράκη για το ατσάλωμα που πρόσφερε στη νιότη μας με τα τραγούδια του.

Αφιέρωση από Μίκη Θεοδωράκη

Το "Σοφία Σταρ"


Μια αξέχαστη μεταμεσονύχτια βόλτα στον Θερμαϊκό με το "Σοφία Σταρ" μετά την τιμητική εκδήλωση που του έγινε στον ΙΑΝΟ 13.03.1998.Περισσότερα μπορείτε να δείτε στο google (Σοφία Σταρ).

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Ο Βασίλης Τσιτσάνης και η Μαρίκα Νίνου στην Ταβέρνα του Χοντρού



Να μια ιστορική φωτογραφία, που το πρωτότυπό της μου δάνεισε φίλος συλλέκτης για να την αντιγράψω. Από τα χαρακτηριστικά του Τσιτσάνη (τα συγκρίνω με φωτογραφία του στο λεύκωμα «Ρεμπέτικα Τραγούδια», έκδοση Κέδρος, του Ηλία Πετρόπουλου, σελ. 529), ανάγεται στο 1952. Είναι μάλλον επιχρωματισμένη και στις τέσσερις γωνιές του πρωτοτύπου υπάρχουν τρυπήματα. Προφανώς τοποθετούνταν με πινέζες στην προθήκη του μαγαζιού, όπου τραγουδούσε η κομπανία, για διαφήμιση του προγράμματος. Ο φίλος μου επιβεβαίωσε τέσσερις από τους εικονιζόμενους: Βασίλης Τσιτσάνης, δίπλα του ο Γιάννης Παπαϊωάννου και παραδίπλα η Μαρίκα Νίνου. Πίσω από τον Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης (οι άλλοι τρεις είναι άγνωστοι). Επίσης, κατά τη γνώμη του, το μαγαζί είναι η Ταβέρνα του Χοντρού. Αυτό μάλλον επιβεβαιώνεται και από το βιντεάκι, όπου φαίνεται η λουλουδένια διακόσμηση πάνω από το πάλκο, όπως και στη φωτογραφία.

Επειδή περί Τσιτσάνη ο λόγος, ζωντανά τον άκουσα στο Καλαμάκι της Θεσσαλονίκης το 1959, όπου τραγουδούσε με τη Σεβάς-χανούμ (Σεβαστή), μια μέρα πριν κατηφορίσω προς Κόρινθο για να καταταγώ στον στρατό. Πραγματική μυσταγωγία. Αν ακουγόταν χτύπος πηρουνιού, σταματούσε, κοίταζε άγρια τον δράστη και ξανάρχιζε όταν επικρατούσε πάλι απόλυτη ησυχία. Αξίζει να αναφέρω και μια άλλη προσωπική εμπειρία: Τέλος της δεκαετίας του ’40 (1948-1949), δεκάχρονος τότε εγώ, έκανε συχνά τα βράδια επέλαση στο σπίτι μας, από την Πάνω Πόλη όπου έμενε, ένας μικροανεψιός της μητέρας μου. Παντρεμένος από τα δεκάξι του με έξι παιδιά, πέντε αγόρια και ένα κορίτσι, το στερνοπούλι. Η επέλαση γίνονταν με κουρσάρα. Μέσα, αυτός, η γυναίκα του, τα τρία μικρότερα από τα έξι παιδιά, το γραμμόφωνο και δίσκοι εβδομηνταοκτώ στροφών με ρεμπέτικες επιτυχίες, πιο πολλές του Τσιτσάνη. Μαζί, σακκούλες με τρόφιμα για μεζέδες της στιγμής και μπουκάλια ούζο. «Γιάννη», έλεγε στον πατέρα μου, που ήταν μάγειρας, «φτιάξε εσύ τους μεζέδες μέχρι να φτιαχτούμε εμείς με τον Τσιτσάνη». Έβγαζε καλά λεφτά (είχε μπακάλικο στο Καπάνι), άλλά τίποτα δεν του έμενε με τη ρεμπέτικη ζωή που έκανε, χωρίς όμως να αφήνει την πολυμελή οικογένειά του να πεινάει. Βοήθησε και μας στις δύσκολες μέρες της κατοχής που τα τρόφιμα σπάνιζαν. Κάθε βράδυ στα ρεμπετάδικα της εποχής και «όλα τα ωραία μέχρι το πρωί». Κλασικός τύπος ρεμπέτη, μπεσαλής, ανοιχτόκαρδος και χωρατατζής. Την εγκυμοσύνη της γυναίκας του μας ανάγγελνε κάθε φορά παραφράζοντας το γνωστό εκκλησιαστικό τροπάριο: «Ο άγγελος εβόα τη κεχαριτωμένη του Βάνγκου η γυναίκα είναι πάλι γκαστρωμένη».

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Γατούλες


Αχ αυτές οι γατούλες...

Γατούλες



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κάποτε (χωρίς κουκούλες...)



Μικρή ιστορία της φωτογραφίας

Χειμώνας 1956 (θαρρώ Νοέμβρης). Τα γεγονότα στην Κύπρο σε έξαρση (ΕΟΚΑ).
Πρωινό στο chapel του Anatolia. Ο Πρόεδρος κ. Compton αναγγέλλει: “We will sing hymn number 34”. Προσυνεννοημένοι όλοι αρχίζουμε να ψέλνουμε «Τη Υπερμάχω» μέσα σε συγκινησιακή ατμόσφαιρα. Ο καθηγητής της μουσικής (θαρρώ λεγόταν Daniels) παρατάει το πιάνο και σηκώνεται όρθιος. Όλοι μαζί μετά, με την ελληνική σημαία μπροστά που κρατούσαν τέσσερις της έκτης τάξης, κατεβαίνουμε και κατευθυνόμαστε στην εξωτερική πύλη του σχολείου για να φύγουμε προς την πόλη. Άκαρπη η παραίνεση του κ. Compton, που ανεβασμένος στο σκαλί ενός αυτοκινήτου προσπαθεί να μας αποτρέψει, λέγοντας ότι συμφωνεί με την αγανάκτησή μας αλλά δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε το μάθημα στο σχολείο. Αργότερα είπε ότι η ανυπακοή μας αυτή μείωσε κάπως την στεναχώρια του που θα αποχωρούσε σε λίγο οριστικά από το Anatolia και την Ελλάδα. (Πρέπει να αναφερθεί ότι ο κ. Compton ήταν σαν ιεραπόστολος, αγαπούσε την Ελλάδα και κατά την προεδρία του στο Anatolia την μόνη αντιπαροχή που είχε ήταν κατοικία και τροφή, χωρίς άλλη απολαβή).
Κατηφορίσαμε με τα πόδια όλο τον τρία χιλιόμετρα δρόμο μέχρι τη Χαριλάου, μέσα σε δριμύ κρύο και, ακολουθώντας την οδό Παπαναστασίου (από όπου και η φωτογραφία) ανταμώσαμε με τα άλλα σχολεία της πόλης που είχαν ξεσηκωθεί για τον ίδιο λόγο.

Από τότε που έγινε η πιο πάνω διαδήλωση, καθώς και άλλες που ακολούθησαν, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, με αρνητικά αποτελέσματα τόσο για το όμορφο νησί, όσο και για την Ελλάδα γενικά.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ζεϊμπέκικο

Το βαρύ ζεϊμπέκικο του Γιάννη Τσαρούχη στου Τσιτσάνη.

Διήγημα "Το χρέος"

Το χρέος

«Να πάμε πάλι, βρε παιδιά, ένα βράδυ για ρεμπέτικα στο καπηλειό του Πλασταρά στην Πάνω Πόλη». Το λέγαμε αλλά αργούσαμε να το αποφασίσουμε. Το τηλεφώνημα του Θωμά, ένα κρύο απόγευμα Παρασκευής του περασμένου Φλεβάρη, έβαλε τέλος στην αναβολή.
«Εννιά και τέταρτο περνούμε με τη Βέρα και σας παίρνουμε με το αυτοκίνητο για Πλασταρά. Πάρε τηλέφωνο και κλείσε τραπέζι για τέσσερις».

Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά του, γιατί ήξερα πόσο δυσκίνητος ήταν για τέτοιες ξαφνικές αποδράσεις, αντίθετα με τη Βέρα που πετούσε τη σκούφια της.
«Καλά ρε, πιο κρύα μέρα δε διάλεγες για έξοδο;»
«Γιατί, έχεις πρόβλημα; Με το αυτοκίνητό μου θα πάμε και με το ίδιο θα σας γυρίσουμε».
«Η ζέστη δε με πειράζει, αλλά το κρύο δεν το αντέχω. Έχω μια παλιά ιστορία να σου πω κάποτε γι’αυτό. Να έρθουν και ο Τόλης με τη Σοφία; Tον θυμάσαι, πιστεύω, από την Τράπεζα».
«Τον Τόλη, ρε, δε θυμάμαι, που με αναφέρει και σε ένα μυθιστόρημά του ως Θωμάκο τον παλαιστή;».

Έγιναν τα τηλεφωνήματα. Ο Νίκος Πλασταράς χάρηκε ιδιαίτερα, όταν με άκουσε «ετοιμάσου να ρίξεις τις γύρες σου με τα Πέριξ του Τσιτσάνη», είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Στις δέκα ακριβώς κατεβαίναμε τα σκαλιά του καπηλειού, αγκαλιές φιλιά με τον Νίκο, χαιρετούρες με τον φαλακρό Γιάννη, μόνιμο μπουζουξή του, που μου επανέλαβε, όπως κάθε φορά, «ακόμη το έχω παράπονο, που δε μου έβαλες λίγα μαλλάκια, όταν με ζωγράφισες».

Ήρθαν τα σμυρναίϊκα, ιδιαίτερη συνταγή του καπηλειού, που σε κανέναν δε δίνει ο Νίκος, και άλλα κρεατικά. Ήπιαμε Μπουτάρη, οι μισοί λευκό Μοσχοφίλερο, οι άλλοι κόκκινο Αγιωργίτικο. Το κέφι άναψε για τα καλά και οι παραγγελιές δίνονταν η μια μετά την άλλη. Το είχα διαπιστωμένο από άλλες φορές ότι τα κέφια του Νίκου ήταν ανεβασμένα, όταν από κάτω τον άκουγαν φίλοι στενοί. Τίμησα δεόντως με γύρες «Τα Πέριξ», όταν μας το αφιέρωσε, τραγουδώντας το αντάμα. Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα τους αποχαιρετίσαμε και ξαναμμένοι βγήκαμε. «Θα σας πάω εγώ με την Ελένη στο σπίτι, όπως είπαμε». Ο Τόλης και η Σοφία πήραν ταξί.

Το κρύο είχε σφίξει. Θα είχε τουλάχιστον πέντε βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο Βαρδάρης ξύριζε. Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν, κατέβασα το τζόκεϊ μέχρι τα μάτια, αλλά τίποτα. Ένιωθα ένα σύγκρυο να διαπερνά όλο μου το κορμί, τα χέρια μου από τους ώμους και κάτω άρχισαν να κουνιούνται από μόνα τους και σε λίγο να χτυπούν και τα δόντια μου, φυσική αντίδραση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει την ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας.

«Έλα λίγο ακόμη και φτάνουμε στο αυτοκίνητο. Θα συνέλθεις, μόλις φουλάρω το καλοριφέρ». Αλλά πού;. Το αυτοκίνητο μέσα παγωμένο και το ασταμάτητο χτύπημα χεριών και δοντιών ακολουθούσαν τώρα και τα πόδια. Καμιά όρεξη για κουβέντα. Αραγμένος στην μπροστινή θέση προσπαθούσα να ζεσταθώ, όχι από το καλοριφέρ που ακόμη δεν είχε αρχίσει να αποδίδει, αλλά από το χνώτο μου που φυσούσα μέσα στο μπουφάν, ενώ το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει κάπου πενήντα χρόνια πίσω σε μια παρόμοια κατάσταση.

Φλεβάρης του ’60 και το μπουγάζι από τις κορφές του Όλυμπου πάγωνε το χιόνι που για μερόνυχτα έπεφτε ασταμάτητα σε όλο τον κάμπο της Κατερίνης. Στον θάλαμο του στρατοπέδου, ένα μακρινάρι παράπηγμα με διάδρομο στη μέση και διώροφες ξύλινες κουκέτες αριστερά-δεξιά, μια δίμετρη σιδερένια, σαν μεγάλο βαρέλι, σόμπα μπουμπούνιζε. Οι ολόκληροι κορμοί, που έπεφταν σωρηδόν μέσα, εξείχαν από το πάνω μέρος. Οι φλόγες πετάγονταν ψηλά έξω και φώτιζαν το καταθλιπτικό περιβάλλον του θαλάμου. Καπνός αιωρούνταν σε όλο το χώρο, δάκρυζαν τα μάτια, αλλά η ζέστη-ζέστη.


Ούτε λόγος για ασκήσεις. Κάθε τόσο ο δεκανέας υπηρεσίας τραβούσε καμιά δεκαριά άτομα στον όρχο να εκχιονίσουν άρματα και άλλα οχήματα και πάλι πίσω. Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα καλαμπουρίζαμε και καπνίζαμε, περιμένοντας τη σειρά μας για σκοπιά. Ήμουν νούμερο τέσσερις με εφτά το απόγευμα και ίδιο το βράδυ στο ξημέρωμα της άλλης μέρας.
«Τραπεζικέ, το νούμερό σου», με συνέφερε κάποια στιγμή ο δεκανέας. «Ντύσου, στολίσου και πάμε, ο προηγούμενος θα έχει παγώσει».


Άρχισα να ετοιμάζομαι βαριεστημένα. Διπλές κάλτσες, μακρύ σώβρακο και από πάνω το παντελόνι αγγαρείας, μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, που ποτέ δεν ανεχόμουν ως πολίτης, πουκάμισο, δύο πουλόβερ με μανίκια, χιτώνιο, γάντια, μπότες και, τέλος, μακριά μέχρι τις πατούσες χλαίνη. Μπαλάσκες, τύλιγμα του κεφαλιού με χοντρό κασκόλ και πάνω το βαρύ κράνος. Παίρνοντας το όπλο από την κρεμάστρα «έτοιμος δεκανέα», είπα.
«Πάρε και την κάπα από πάνω, κάνει ψόφο και, όπως είσαι πρωτευουσιάνος, δε θα τον αντέξεις». Εκείνος, με πολύ ελαφρύτερη εξάρτυση, καταγόταν από ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας, και καλό παιδί.
«Την αφήνω για τη βραδινή βάρδια. Θα μου είναι άχρηστη το βράδυ, αν τη βρέξω τώρα».


Βγήκαμε. Το χιόνι μέχρι το γόνατο, παγωμένο. Ακολουθούσαμε το πατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σκοπιά και μόνο το χρατς-χρουτς των ποδιών πάνω στο παγωμένο χιόνι ακουγόταν. Το πόστο ήταν στη μονάδα συντήρησης οχημάτων, ψηλά στην άκρη του στρατοπέδου που το θέριζε παγωμένος αέρας από όλες τι μεριές. Κάτω ο έρημος δρόμος προς τη Νεοκαισάρεια και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Πιο κάτω, παράλληλα με τον δρόμο, ο Πέλεκας, ένα ποτάμι φουσκωμένο χειμώνα-καλοκαίρι, κατέβαζε νερά προς τη θάλασσα και ο παφλασμός τους ήταν το μόνο που ακουγόταν στην ερημιά.

Οι πρώτες δυο ώρες πέρασαν κάπως γρήγορα. Η τρίτη ήταν ατέλειωτη, καθώς η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και το κρύο ήταν αφόρητο. Στις εφτά είδα από μακριά την αλλαγή να έρχεται, παρέδωσα βιβλίο εφόδου με τα σχετικά και ταχύ βήμα πίσω στον θάλαμο.
«Πήγαινε για βραδινό», μου λέει ο δεκανέας υπηρεσίας, «έχει μακαρόνια με σάλτσα». Μακαρόνια μπλουμ που ήταν παγωμένα, αφού το βραδινό στους άλλους είχε δοθεί πριν από δυο ώρες. Μπλουμ-ξεμπλουμ γέμισα την καραβάνα και τα έφερα στον θάλαμο να ζεσταθούν στη σόμπα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι αποκαμωμένος τραβώντας πάνω μου δυο μάλλινες κουβέρτες. Θες από κρύο, θες από κούραση έπεσα σε λήθαργο βαθύ, παρά τις φωνές και τα γέλια των άλλων που δεν είχαν όρεξη για ύπνο.

Ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες, όταν άνοιξα τα μάτια από απότομο σκούντημα του θαλαμοφύλακα.
«Συνάδελφε σήκω, ήρθε η ώρα σου για σκοπιά».
Ξανά ντύσιμο, όπως το απόγευμα, αλλά από πάνω και η χοντρή τρίχινη κάπα με την κουκούλα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ό,τι το απόγευμα, γιατί, μόλις ξεπορτίσαμε, αισθάνθηκα ότι έμπαινα σε πολικό τοπίο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ και αναγκαζόμουν να κρατώ την κουκούλα της κάπας, που συνεχώς την έπαιρνε. Ο βηματισμός πάνω κάτω στη σκοπιά δε βοηθούσε καθόλου. Μερικές φορές χωνόμουν σε ένα υπό επισκευή REO, αλλά τίποτα. Ξανά κάτω, βηματισμοί να βρω απάνεμο μέρος, αλλά άδικα. Άργησε να έρθει και η αλλαγή και, όταν φάνηκε γύρω στις επτά και τέταρτο, ήμουν έτοιμος να σωριαστώ.

Αφήνω όπλο, κράνος, μπαλάσκες στο θάλαμο και με όσες δυνάμεις μου έμεναν βάζω μπρος για τα μαγειρεία. Πίστευα ότι το ζεστό τσάι θα με συνέφερνε κάπως. Φθάνοντας είδα όλη την Επιλαρχία μαζεμένη κατά ομάδες σε τέσσερις κύκλους. Κατάλαβα. Για μεσημεριανό θα είχε πατάτες που έπρεπε να καθαριστούν πριν πάρουμε πρωινό. Πλησίασα σε έναν από τους σωρούς. Πέντε περίπου τσουβάλια πατάτες ριγμένες από ώρα μες το παγωμένο χιόνι περίμεναν καθάρισμα. Σκύβω με κόπο πιάνω μια, αλλά ο σουγιάς παραλίγο να μου κόψει το χέρι που, καθώς ήταν παγωμένο, δε με υπάκουγε. Όλα γύρω μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν. Αφήνω την πατάτα να μου πέσει και πάω στον Επιλοχία, που επέβλεπε τη διαδικασία του καθαρισμού, μήπως και κάποιος λουφάρει. Ήταν μόνιμος, Λοχίας στον βαθμό, παντρεμένος κρυφά με μια ντόπια. Καθώς ήταν απαγορευμένο να παντρεύονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πριν από τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, δεν το είχε δηλώσει, αλλά είχε μαθευτεί και για τιμωρία η προαγωγή του πήγε πίσω και τον άφησαν για χρόνια να βολοδέρνει σε αυτόν τον «κρανίου τόπο» του Σβορώνου, που οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν Κολοκούρι. Έβγαζε τα απωθημένα του με άγρια ξεσπάσματα σε όλους τους στρατιώτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που είχαν κάποια παραπάνω μόρφωση.

«Κύριε Επιλοχία, ήμουν τελευταίο νούμερο σκοπιά, έχω παγώσει ολόκληρος, ας πάρω πρωινό ρόφημα και μετά καθαρίζω πατάτες».
Ένα «σκασμός, στις πατάτες» ήταν η απάντηση.
Γύρισα τρικλίζοντας στο σωρό. Θυμάμαι ότι έσκυψα να πιάσω ξανά μια πατάτα και μετά έχασα τα πάντα γύρω μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν στο αναρρωτήριο με έναν Ανθυπίατρο να είναι σκυμμένος πάνω μου κρατώντας μια άδεια σύριγγα.
«Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, με την καρδιοτονωτική που σου έκανα θα είσαι σε λίγο περδίκι».
«Σηκωτό σε πήγαμε στο αναρρωτήριο», μου έλεγε την άλλη μέρα ένας συνάδελφος, «και πίσω έτρεχε χεσμένος ο Επιλοχίας».

Γύρω στον Ιούνιο ήρθε η μετάθεσή μου για Θεσσαλονίκη. Πήρα το φύλλο πορείας από τον γραφέα της Ίλης, καθώς ο Επιλοχίας έλειπε. Ανταμώσαμε στην πύλη του στρατοπέδου.
«Φεύγεις;», με ρώτησε.
«Ναι», απάντησα ξερά χωρίς να τον κοιτάξω. Ούτε γύρισα πίσω να ξαναδώ πάνω από την πύλη την επιγραφή «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων».

Το απότομο φρενάρισμα του Θωμά με συνέφερε. Είχαμε φθάσει στη διασταύρωση της Λεωφόρου Στρατού με την Καυτανζόγλου μπροστά στο σπίτι μας και το ανοιγμένο μου μπουφάν έδειχνε ότι είχα ξεπεράσει και αυτή τη φορά το σοκ από το κρύο.
«Είσαι εντάξει, ή μήπως θέλεις να σε δει γιατρός;»
«Μια χαρά, Θωμά, ευχαριστώ».
«Μου χρωστάς όμως την ιστορία που υποσχέθηκες», με πρόλαβε, καθώς άνοιγα την πόρτα να κατεβώ.

Πιστεύω πως ξεχρεώθηκα στο Θωμά με αυτό το διήγημα.

Πρώτη δημοσίευση:
«ΠΑΝΔΩΡΑ», λογοτεχνικό περιοδικό, τεύχος 20, 5.2007-11.2007

Ζεϊμπέκικο


Το βαρύ ζεϊμπέκικο του Ντίνου στο Καπηλειό του Νίκου Πλασταρά στην Πάνω Πόλη.

Ζεϊμπέκικο

"Τα Πέριξ", ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης στη Θεσσαλονίκη.